Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. οικοδομημένος

sg.οικοδομώ
οικοδομείς
οικοδομεί
pl.οικοδομούμεοικοδομούμεν (λόγ.)
οικοδομείτε
οικοδομούν
οικοδομούνε (προφ.)
sg.οικοδομούσαωκοδόμουν (λόγ.)
οικοδομούσεςωκοδόμεις (λόγ.)
οικοδομούσεωκοδόμει (λόγ.)
pl.οικοδομούσαμεωκοδομούμεν (λόγ.)
οικοδομούσατεωκοδομείτε (λόγ.)
οικοδομούσαν
οικοδομούσανε (προφ.)
ωκοδόμουν (λόγ.)
sg.οικοδόμησαωκοδόμησα (λόγ.)
οικοδόμησεςωκοδόμησας (λόγ.)
οικοδόμησεωκοδόμησε (λόγ.)
pl.οικοδομήσαμεωκοδομήσαμεν (λόγ.)
οικοδομήσατεωκοδομήσατε (λόγ.)
οικοδόμησαν
οικοδομήσαν / οικοδομήσανε (προφ.)
ωκοδόμησαν (λόγ.)
sg.έχω οικοδομήσει
έχεις οικοδομήσει
έχει οικοδομήσει
pl.έχουμε οικοδομήσει
έχετε οικοδομήσει
έχουν οικοδομήσει
sg.είχα οικοδομήσει
είχες οικοδομήσει
είχε οικοδομήσει
pl.είχαμε οικοδομήσει
είχατε οικοδομήσει
είχαν οικοδομήσει
sg.θα έχω οικοδομήσει
θα έχεις οικοδομήσει
θα έχει οικοδομήσει
pl.θα έχουμε οικοδομήσει
θα έχετε οικοδομήσει
θα έχουν οικοδομήσει
sg.θα οικοδομώ
θα οικοδομείςθα οικοδομής (λόγ.)
θα οικοδομείθα οικοδομή (λόγ.)
pl.θα οικοδομούμεθα οικοδομώμεν (λόγ.)
θα οικοδομείτεθα οικοδομήτε (λόγ.)
θα οικοδομούν
θα οικοδομούνε (προφ.)
sg.θα οικοδομήσω
θα οικοδομήσειςθα οικοδομήσης (λόγ.)
θα οικοδομήσειθα οικοδομήση (λόγ.)
pl.θα οικοδομήσομε / θα οικοδομήσουμεθα οικοδομήσωμεν (λόγ.)
θα οικοδομήσετε
θα οικοδομήσουν
θα οικοδομήσουνε (προφ.)
sg.να οικοδομώ
να οικοδομείςνα οικοδομής (λόγ.)
να οικοδομείνα οικοδομή (λόγ.)
pl.να οικοδομούμενα οικοδομώμεν (λόγ.)
να οικοδομείτενα οικοδομήτε (λόγ.)
να οικοδομούν
να οικοδομούνε (προφ.)
sg.να οικοδομήσω
να οικοδομήσειςνα οικοδομήσης (λόγ.)
να οικοδομήσεινα οικοδομήση (λόγ.)
pl.να οικοδομήσομε / να οικοδομήσουμενα οικοδομήσωμεν (λόγ.)
να οικοδομήσετε
να οικοδομήσουν
να οικοδομήσουνε (προφ.)
sg.να έχω οικοδομήσει
να έχεις οικοδομήσει
να έχει οικοδομήσει
pl.να έχουμε οικοδομήσει
να έχετε οικοδομήσει
να έχουν οικοδομήσει
sg.-
-
-
pl.-
οικοδομείτε
-
sg.-
οικοδόμησε
-
pl.-
οικοδομήστεοικοδομήσατε (λόγ.)
-
οικοδομήσει
οικοδομώντας
sg.ο οικοδομών
του οικοδομούντος
τον οικοδομούντα
οικοδομών
pl.οι οικοδομούντες
των οικοδομούντων
τους οικοδομούντεςτους οικοδομούντας (λόγ.)
οικοδομούντες
sg.η οικοδομούσα
της οικοδομούσας
της οικοδομούσης (κ. λόγ.)
την οικοδομούσατην οικοδομούσαν (λόγ.)
οικοδομούσα
pl.οι οικοδομούσεςαι οικοδομούσαι (λόγ.)
των οικοδομουσών
τις οικοδομούσεςτας οικοδομούσας (λόγ.)
οικοδομούσες οικοδομούσαι (λόγ.)
sg.το οικοδομούν
του οικοδομούντος
το οικοδομούν
οικοδομούν
pl.τα οικοδομούντα
των οικοδομούντων
τα οικοδομούντα
οικοδομούντα
sg.ο οικοδομήσας
του οικοδομήσαντος
τον οικοδομήσαντα
οικοδομήσας
pl.οι οικοδομήσαντες
των οικοδομησάντων
τους οικοδομήσαντεςτους οικοδομήσαντας (λόγ.)
οικοδομήσαντες
sg.η οικοδομήσασα
της οικοδομήσασας
της οικοδομησάσης (κ. λόγ.)
την οικοδομήσασατην οικοδομήσασαν (λόγ.)
οικοδομήσασα
pl.οι οικοδομήσασεςαι οικοδομήσασαι (λόγ.)
των οικοδομησασών
τις οικοδομήσασεςτας οικοδομησάσας (λόγ.)
οικοδομήσασες οικοδομήσασαι (λόγ.)
sg.το οικοδομήσαν
του οικοδομήσαντος
το οικοδομήσαν
οικοδομήσαν
pl.τα οικοδομήσαντα
των οικοδομησάντων
τα οικοδομήσαντα
οικοδομήσαντα
sg.οικοδομούμαι
οικοδομείσαι
οικοδομείται
pl.οικοδομούμαστεοικοδομούμεθα (λόγ.)
οικοδομείστεοικοδομείσθε (λόγ.)
οικοδομούνται
sg.οικοδομούμουνωκοδομούμην (λόγ.)
οικοδομούσουνωκοδομείσο (λόγ.)
οικοδομούνταν
οικοδομείτο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωκοδομείτο (λόγ.)
pl.οικοδομούμασταν / οικοδομούμαστεωκοδομούμεθα (λόγ.)
οικοδομούσασταν / οικοδομούσαστεωκοδομείσθε (λόγ.)
οικοδομούνταν
οικοδομούντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωκοδομούντο (λόγ.)
sg.οικοδομήθηκαωκοδομήθην (λόγ.)
οικοδομήθηκεςωκοδομήθης (λόγ.)
οικοδομήθηκεωκοδομήθη (λόγ.)
pl.οικοδομηθήκαμεωκοδομήθημεν (λόγ.)
οικοδομηθήκατεωκοδομήθητε (λόγ.)
οικοδομήθηκαν
οικοδομηθήκαν / οικοδομηθήκανε (προφ.)
ωκοδομήθησαν (λόγ.)
sg.έχω οικοδομηθείέχω οικοδομηθή (λόγ.)
έχεις οικοδομηθείέχεις οικοδομηθή (λόγ.)
έχει οικοδομηθείέχει οικοδομηθή (λόγ.)
pl.έχουμε οικοδομηθείέχουμε οικοδομηθή (λόγ.)
έχετε οικοδομηθείέχετε οικοδομηθή (λόγ.)
έχουν οικοδομηθείέχουν οικοδομηθή (λόγ.)
sg.είμαι οικοδομημένος
είσαι οικοδομημένος
είναι οικοδομημένος
pl.είμαστε οικοδομημένοι
είσαστε οικοδομημένοι
είναι οικοδομημένοι
sg.είχα οικοδομηθείείχα οικοδομηθή (λόγ.)
είχες οικοδομηθείείχες οικοδομηθή (λόγ.)
είχε οικοδομηθείείχε οικοδομηθή (λόγ.)
pl.είχαμε οικοδομηθείείχαμε οικοδομηθή (λόγ.)
είχατε οικοδομηθείείχατε οικοδομηθή (λόγ.)
είχαν οικοδομηθείείχαν οικοδομηθή (λόγ.)
sg.ήμουν οικοδομημένος
ήσουν οικοδομημένος
ήταν οικοδομημένος
pl.ήμασταν οικοδομημένοι
ήσασταν οικοδομημένοι
ήταν οικοδομημένοι
sg.θα έχω οικοδομηθείθα έχω οικοδομηθή (λόγ.)
θα έχεις οικοδομηθείθα έχης οικοδομηθή (λόγ.)
θα έχει οικοδομηθείθα έχη οικοδομηθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε οικοδομηθείθα έχωμεν οικοδομηθή (λόγ.)
θα έχετε οικοδομηθείθα έχετε οικοδομηθή (λόγ.)
θα έχουν οικοδομηθείθα έχουν οικοδομηθή (λόγ.)
sg.θα είμαι οικοδομημένος
θα είσαι οικοδομημένος
θα είναι οικοδομημένος
pl.θα είμαστε οικοδομημένοι
θα είσαστε οικοδομημένοι
θα είναι οικοδομημένοι
sg.θα οικοδομούμαι
θα οικοδομείσαιθα οικοδομήσαι (λόγ.)
θα οικοδομείταιθα οικοδομήται (λόγ.)
pl.θα οικοδομούμαστεθα οικοδομούμεθα (λόγ.)
θα οικοδομείστεθα οικοδομήσθε (λόγ.)
θα οικοδομούνται
sg.θα οικοδομηθώθα οικοδομηθώ (λόγ.)
θα οικοδομηθείςθα οικοδομηθής (λόγ.)
θα οικοδομηθείθα οικοδομηθή (λόγ.)
pl.θα οικοδομηθούμεθα οικοδομηθώμεν (λόγ.)
θα οικοδομηθείτεθα οικοδομηθήτε (λόγ.)
θα οικοδομηθούν
θα οικοδομηθούνε (προφ.)
θα οικοδομηθούν (λόγ.)
sg.να οικοδομούμαι
να οικοδομείσαινα οικοδομήσαι (λόγ.)
να οικοδομείταινα οικοδομήται (λόγ.)
pl.να οικοδομούμαστενα οικοδομούμεθα (λόγ.)
να οικοδομείστενα οικοδομήσθε (λόγ.)
να οικοδομούνται
sg.να οικοδομηθώνα οικοδομηθώ (λόγ.)
να οικοδομηθείςνα οικοδομηθής (λόγ.)
να οικοδομηθείνα οικοδομηθή (λόγ.)
pl.να οικοδομηθούμενα οικοδομηθώμεν (λόγ.)
να οικοδομηθείτενα οικοδομηθήτε (λόγ.)
να οικοδομηθούν
να οικοδομηθούνε (προφ.)
να οικοδομηθούν (λόγ.)
sg.να έχω οικοδομηθείνα έχω οικοδομηθή (λόγ.)
να έχεις οικοδομηθείνα έχης οικοδομηθή (λόγ.)
να έχει οικοδομηθείνα έχη οικοδομηθή (λόγ.)
pl.να έχουμε οικοδομηθείνα έχωμεν οικοδομηθή (λόγ.)
να έχετε οικοδομηθείνα έχετε οικοδομηθή (λόγ.)
να έχουν οικοδομηθείνα έχουν οικοδομηθή (λόγ.)
sg.να είμαι οικοδομημένος
να είσαι οικοδομημένος
να είναι οικοδομημένος
pl.να είμαστε οικοδομημένοι
να είσαστε οικοδομημένοι
να είναι οικοδομημένοι
sg.-
-
-
pl.-
οικοδομείστε
-
sg.-
-
-
pl.-
οικοδομηθείτεοικοδομηθήτε (λόγ.)
-
οικοδομηθεί οικοδομηθή (λόγ.)
sg.ο οικοδομούμενος
του οικοδομούμενουτου οικοδομουμένου (λόγ.)
τον οικοδομούμενοτον οικοδομούμενον (λόγ.)
οικοδομούμενε
pl.οι οικοδομούμενοι
των οικοδομούμενωντων οικοδομουμένων (λόγ.)
τους οικοδομούμενουςτους οικοδομουμένους (λόγ.)
οικοδομούμενοι
sg.η οικοδομούμενηη οικοδομουμένη (λόγ.)
της οικοδομούμενηςτης οικοδομουμένης (λόγ.)
την οικοδομούμενητην οικοδομουμένη (λόγ.)
την οικοδομουμένην (λογιότ.)
οικοδομούμενη οικοδομουμένη (λόγ.)
pl.οι οικοδομούμενεςαι οικοδομούμεναι (λόγ.)
των οικοδομούμενωντων οικοδομουμένων (λόγ.)
τις οικοδομούμενεςτας οικοδομουμένας (λόγ.)
οικοδομούμενες οικοδομούμεναι (λόγ.)
sg.το οικοδομούμενοτο οικοδομούμενον (λόγ.)
του οικοδομούμενουτου οικοδομουμένου (λόγ.)
το οικοδομούμενοτο οικοδομούμενον (λόγ.)
οικοδομούμενο οικοδομούμενον (λόγ.)
pl.τα οικοδομούμενα
των οικοδομούμενωντων οικοδομουμένων (λόγ.)
τα οικοδομούμενα
οικοδομούμενα
sg.ο οικοδομηθείς
του οικοδομηθέντος
τον οικοδομηθέντα
οικοδομηθείς
pl.οι οικοδομηθέντες
των οικοδομηθέντων
τους οικοδομηθέντεςτους οικοδομηθέντας (λόγ.)
οικοδομηθέντες
sg.η οικοδομηθείσα
της οικοδομηθείσας
της οικοδομηθείσης (κ. λόγ.)
την οικοδομηθείσατην οικοδομηθείσαν (λόγ.)
οικοδομηθείσα
pl.οι οικοδομηθείσεςαι οικοδομηθείσαι (λόγ.)
των οικοδομηθεισών
τις οικοδομηθείσεςτας οικοδομηθείσας (λόγ.)
οικοδομηθείσες οικοδομηθείσαι (λόγ.)
sg.το οικοδομηθέν
του οικοδομηθέντος
το οικοδομηθέν
οικοδομηθέν
pl.τα οικοδομηθέντα
των οικοδομηθέντων
τα οικοδομηθέντα
οικοδομηθέντα
sg.ο οικοδομημένος
του οικοδομημένου
τον οικοδομημένο
οικοδομημένε
pl.οι οικοδομημένοι
των οικοδομημένων
τους οικοδομημένους
οικοδομημένοι
sg.η οικοδομημένη
της οικοδομημένης
την οικοδομημένη
οικοδομημένη
pl.οι οικοδομημένες
των οικοδομημένων
τις οικοδομημένες
οικοδομημένες
sg.το οικοδομημένο
του οικοδομημένου
το οικοδομημένο
οικοδομημένο
pl.τα οικοδομημένα
των οικοδομημένων
τα οικοδομημένα
οικοδομημένα




случайная выборка слов из базы

μαστίτιδα βοτανολογία φρην επιθετικότητα παρτίδες λαντζιέρης Αλεξανδρούπολη ξεπόρτισμα ταφόπλακα καλολογία δωρητής τύμβος τεκνοποιία δημοσιονομικά υποστολή κατατροπωμένος επωδός ξινούτσικος πειραχτήριο οίκος επαχθής ραστώνη κουνούπι στουπέτσι καρδάρα μερεμέτι σκορδοστούμπι κατόρθωμα εφετζίδικος ελεήτρια σπίρτο μέρωμα χλαίνη τετράσχοινος γενοκτόνος θόλωμα εκμαυλιστής
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве