Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ογκολογία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ογκολογία ογκολογίες
γενική ογκολογίας ογκολογιών
αιτιατική ογκολογία ογκολογίες
κλητική ογκολογία ογκολογίες




2. ογκολογία
noun.
sg.η ογκολογία
της ογκολογίας
την ογκολογίατην ογκολογίαν (λόγ.)
ογκολογία
pl.οι ογκολογίεςαι ογκολογίαι (λόγ.)
των ογκολογιών
τις ογκολογίεςτας ογκολογίας (λόγ.)
ογκολογίες ογκολογίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

κόπιτσα αποφορά αποδοκιμασία σπανακοπιτάκι επιδιδυμίς αστυνομικός λαδοβάρελο λιθοβόλημα στρατόπεδο κρασοστάφυλο υδρολογία παλαιοημερολογίτισσα κληρωτός διορθώτρια πρόσχημα απορριξιμιό πεντακοσαριά συνδικαλιστής ντεσιμπέλ αντιπροχθές κομπολογάκι φάκελος σαλιγκάρι τζιτζιφιά κουτρουβάλα οντότητα εκβολή κλιμάκωση ενεργώς πάτρων ψιψίνα γερμανικά αγιοποίηση ψειριάρικος μηλοπιτάκι χρέος συλφίδα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве