Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ξερακιανός

πτώση ενικός
ονομαστική ξερακιανός ξερακιανή ξερακιανό
γενική ξερακιανού ξερακιανής ξερακιανού
αιτιατική ξερακιανό ξερακιανή ξερακιανό
κλητική ξερακιανέ ξερακιανή ξερακιανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξερακιανοί ξερακιανές ξερακιανά
γενική ξερακιανών ξερακιανών ξερακιανών
αιτιατική ξερακιανούς ξερακιανές ξερακιανά
κλητική ξερακιανοί ξερακιανές ξερακιανά





случайная выборка слов из базы

αγγελόκρουσμα στρεβλωμένος εγωκεντρικά μάγειρος κλιμακτήριος μύγδαλο ψιττακίαση υδροτροπισμός ωλένη εκσυγχρονισμένος υποσκέλισις αποσιωπημένος διποδισμός αρίθμησις πνιγμός διδάκτωρ αποθεραπεία εντελβάις γερακάρης αλγηδών πεσέτα ανδράποδο κορεσμός βεβαίωση σωματάρχης υποσυνείδητο τουρκόσπορος μαλτέζικος Παραγουανός φάρδεμα διακονία ραβί ανυποχώρητα συρίγγιον αλώνι αγωγιμότητα υφολογία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве