Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. νόθος

πτώση ενικός
ονομαστική νόθος νόθη νόθο
γενική νόθου νόθης νόθου
αιτιατική νόθο νόθη νόθο
κλητική νόθε νόθη νόθο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νόθοι νόθες νόθα
γενική νόθων νόθων νόθων
αιτιατική νόθους νόθες νόθα
κλητική νόθοι νόθες νόθα




2. νόθος
adj.

Το επίθετο νόθος
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
νόθος
νόθου
νόθο/νόθον
νόθε
νόθοι
νόθων
νόθους
νόθοι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
νόθα/νόθη/νόθος
νόθας/νόθης/νόθου
νόθα/νόθη/νόθο/νόθον
νόθα/νόθε/νόθη
νόθες/νόθοι
νόθων
νόθες/νόθους
νόθες/νόθοι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
νόθο/νόθον
νόθου
νόθο/νόθον
νόθο/νόθον
νόθα
νόθων
νόθα
νόθα
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы