Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. νωχέλεια

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νωχέλεια -
γενική νωχέλειας -
αιτιατική νωχέλεια -
κλητική νωχέλεια -




2. νωχέλεια
noun.
sg.η νωχέλεια
της νωχέλειαςτης νωχελείας (λόγ.)
τη νωχέλειατην νωχέλειαν (λόγ.)
νωχέλεια
pl.οι νωχέλειεςαι νωχέλειαι (λόγ.)
των νωχελειών
τις νωχέλειεςτας νωχελείας (λόγ.)
νωχέλειες νωχέλειαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

σκοτάδι ξεδιαντροπιά σέλινο Μεσαίωνας νηπιαγωγός μπουρζουαζία φυσαρμόνικα βρολβός στρεψοδικία μούχλα μονότονα πολυμορφοπύρηνο ανευλάβεια διαφθορέας τσιγγάνα αντικεμαλιστής φρόνημα διηγηματογραφία μπαλκόνι επιθεώρησις θέλγητρο ψαροπούλα εδώδιμα κόρη διακριτικότης αδιάβροχο απαράβλητα μεσοκαλόκαιρο Εγκέλαδος φτυάρι γουμένισσα καρδιογράφος ξεφραγμένος αμπελοφιλοσοφία ανηφόρα βδέλυγμα βλακεία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве