Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. νομιναλιστής

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νομιναλιστής νομιναλιστές
γενική νομιναλιστή νομιναλιστών
αιτιατική νομιναλιστή νομιναλιστές
κλητική νομιναλιστή νομιναλιστές




2. νομιναλιστής
noun.
sg.ο νομιναλιστής
του νομιναλιστήτου νομιναλιστού (λόγ.)
το νομιναλιστήτον νομιναλιστήν (λόγ.)
νομιναλιστή
pl.οι νομιναλιστέςοι νομιναλισταί (λόγ.)
των νομιναλιστών
τους νομιναλιστέςτους νομιναλιστάς (λόγ.)
νομιναλιστές νομιναλισταί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

θρυαλλίδα φρουτιέρα πολυσταυρία σαββατόβραδο παλιοδουλειά φύρα ακροβασία κιτρίνισμα σαγιονάρα διάκος προσωρινά ζύγωμα δεκαχίλιαρο μετεωρολογία ψυχολογία φιλοξενία ρέων μπαζωμένος μποδισμένος εκσκαφή λάμπω θερμαντικότητα δισεκατομμυριούχος μυαλουδάκι Λευκωσία χροιά αετονύχισσα τυλιγμένος σουφλέ τέμπερα έγκλημα στήριγμα συμπλήρωση αγρύπνια μπάζα μορφολογία κουνουπιδοσαλάτα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве