Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. νομιμοποιημένος

sg.νομιμοποιώ
νομιμοποιείς
νομιμοποιεί
pl.νομιμοποιούμενομιμοποιούμεν (λόγ.)
νομιμοποιείτε
νομιμοποιούν
νομιμοποιούνε (προφ.)
sg.νομιμοποιούσαενομιμοποίουν (λόγ.)
νομιμοποιούσεςενομιμοποίεις (λόγ.)
νομιμοποιούσεενομιμοποίει (λόγ.)
pl.νομιμοποιούσαμεενομιμοποιούμεν (λόγ.)
νομιμοποιούσατεενομιμοποιείτε (λόγ.)
νομιμοποιούσαν
νομιμοποιούσανε (προφ.)
ενομιμοποίουν (λόγ.)
sg.νομιμοποίησαενομιμοποίησα (λόγ.)
νομιμοποίησεςενομιμοποίησας (λόγ.)
νομιμοποίησεενομιμοποίησε (λόγ.)
pl.νομιμοποιήσαμεενομιμοποιήσαμεν (λόγ.)
νομιμοποιήσατεενομιμοποιήσατε (λόγ.)
νομιμοποίησαν
νομιμοποιήσαν / νομιμοποιήσανε (προφ.)
ενομιμοποίησαν (λόγ.)
sg.έχω νομιμοποιήσει
έχεις νομιμοποιήσει
έχει νομιμοποιήσει
pl.έχουμε νομιμοποιήσει
έχετε νομιμοποιήσει
έχουν νομιμοποιήσει
sg.είχα νομιμοποιήσει
είχες νομιμοποιήσει
είχε νομιμοποιήσει
pl.είχαμε νομιμοποιήσει
είχατε νομιμοποιήσει
είχαν νομιμοποιήσει
sg.θα έχω νομιμοποιήσει
θα έχεις νομιμοποιήσει
θα έχει νομιμοποιήσει
pl.θα έχουμε νομιμοποιήσει
θα έχετε νομιμοποιήσει
θα έχουν νομιμοποιήσει
sg.θα νομιμοποιώ
θα νομιμοποιείςθα νομιμοποιής (λόγ.)
θα νομιμοποιείθα νομιμοποιή (λόγ.)
pl.θα νομιμοποιούμεθα νομιμοποιώμεν (λόγ.)
θα νομιμοποιείτεθα νομιμοποιήτε (λόγ.)
θα νομιμοποιούν
θα νομιμοποιούνε (προφ.)
sg.θα νομιμοποιήσω
θα νομιμοποιήσειςθα νομιμοποιήσης (λόγ.)
θα νομιμοποιήσειθα νομιμοποιήση (λόγ.)
pl.θα νομιμοποιήσομε / θα νομιμοποιήσουμεθα νομιμοποιήσωμεν (λόγ.)
θα νομιμοποιήσετε
θα νομιμοποιήσουν
θα νομιμοποιήσουνε (προφ.)
sg.να νομιμοποιώ
να νομιμοποιείςνα νομιμοποιής (λόγ.)
να νομιμοποιείνα νομιμοποιή (λόγ.)
pl.να νομιμοποιούμενα νομιμοποιώμεν (λόγ.)
να νομιμοποιείτενα νομιμοποιήτε (λόγ.)
να νομιμοποιούν
να νομιμοποιούνε (προφ.)
sg.να νομιμοποιήσω
να νομιμοποιήσειςνα νομιμοποιήσης (λόγ.)
να νομιμοποιήσεινα νομιμοποιήση (λόγ.)
pl.να νομιμοποιήσομε / να νομιμοποιήσουμενα νομιμοποιήσωμεν (λόγ.)
να νομιμοποιήσετε
να νομιμοποιήσουν
να νομιμοποιήσουνε (προφ.)
sg.να έχω νομιμοποιήσει
να έχεις νομιμοποιήσει
να έχει νομιμοποιήσει
pl.να έχουμε νομιμοποιήσει
να έχετε νομιμοποιήσει
να έχουν νομιμοποιήσει
sg.-
-
-
pl.-
νομιμοποιείτε
-
sg.-
νομιμοποίησε
-
pl.-
νομιμοποιήστενομιμοποιήσατε (λόγ.)
-
νομιμοποιήσει
νομιμοποιώντας
sg.ο νομιμοποιών
του νομιμοποιούντος
το νομιμοποιούντα
νομιμοποιών
pl.οι νομιμοποιούντες
των νομιμοποιούντων
τους νομιμοποιούντεςτους νομιμοποιούντας (λόγ.)
νομιμοποιούντες
sg.η νομιμοποιούσα
της νομιμοποιούσας
της νομιμοποιούσης (κ. λόγ.)
τη νομιμοποιούσατην νομιμοποιούσαν (λόγ.)
νομιμοποιούσα
pl.οι νομιμοποιούσεςαι νομιμοποιούσαι (λόγ.)
των νομιμοποιουσών
τις νομιμοποιούσεςτας νομιμοποιούσας (λόγ.)
νομιμοποιούσες νομιμοποιούσαι (λόγ.)
sg.το νομιμοποιούν
του νομιμοποιούντος
το νομιμοποιούν
νομιμοποιούν
pl.τα νομιμοποιούντα
των νομιμοποιούντων
τα νομιμοποιούντα
νομιμοποιούντα
sg.ο νομιμοποιήσας
του νομιμοποιήσαντος
το νομιμοποιήσαντα
νομιμοποιήσας
pl.οι νομιμοποιήσαντες
των νομιμοποιησάντων
τους νομιμοποιήσαντεςτους νομιμοποιήσαντας (λόγ.)
νομιμοποιήσαντες
sg.η νομιμοποιήσασα
της νομιμοποιήσασας
της νομιμοποιησάσης (κ. λόγ.)
τη νομιμοποιήσασατην νομιμοποιήσασαν (λόγ.)
νομιμοποιήσασα
pl.οι νομιμοποιήσασεςαι νομιμοποιήσασαι (λόγ.)
των νομιμοποιησασών
τις νομιμοποιήσασεςτας νομιμοποιησάσας (λόγ.)
νομιμοποιήσασες νομιμοποιήσασαι (λόγ.)
sg.το νομιμοποιήσαν
του νομιμοποιήσαντος
το νομιμοποιήσαν
νομιμοποιήσαν
pl.τα νομιμοποιήσαντα
των νομιμοποιησάντων
τα νομιμοποιήσαντα
νομιμοποιήσαντα
sg.νομιμοποιούμαι
νομιμοποιείσαι
νομιμοποιείται
pl.νομιμοποιούμαστενομιμοποιούμεθα (λόγ.)
νομιμοποιείστενομιμοποιείσθε (λόγ.)
νομιμοποιούνται
sg.νομιμοποιούμουνενομιμοποιούμην (λόγ.)
νομιμοποιούσουνενομιμοποιείσο (λόγ.)
νομιμοποιούνταν / νομιμοποιόταν
νομιμοποιείτο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ενομιμοποιείτο (κ. λόγ.)
pl.νομιμοποιούμασταν / νομιμοποιούμαστεενομιμοποιούμεθα (λόγ.)
νομιμοποιούσασταν / νομιμοποιούσαστεενομιμοποιείσθε (λόγ.)
νομιμοποιούνταν
νομιμοποιούντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ενομιμοποιούντο (κ. λόγ.)
sg.νομιμοποιήθηκαενομιμοποιήθην (λόγ.)
νομιμοποιήθηκεςενομιμοποιήθης (λόγ.)
νομιμοποιήθηκεενομιμοποιήθη (λόγ.)
pl.νομιμοποιηθήκαμεενομιμοποιήθημεν (λόγ.)
νομιμοποιηθήκατεενομιμοποιήθητε (λόγ.)
νομιμοποιήθηκαν
νομιμοποιηθήκαν / νομιμοποιηθήκανε (προφ.)
ενομιμοποιήθησαν (λόγ.)
sg.έχω νομιμοποιηθείέχω νομιμοποιηθή (λόγ.)
έχεις νομιμοποιηθείέχεις νομιμοποιηθή (λόγ.)
έχει νομιμοποιηθείέχει νομιμοποιηθή (λόγ.)
pl.έχουμε νομιμοποιηθείέχουμε νομιμοποιηθή (λόγ.)
έχετε νομιμοποιηθείέχετε νομιμοποιηθή (λόγ.)
έχουν νομιμοποιηθείέχουν νομιμοποιηθή (λόγ.)
sg.είμαι νομιμοποιημένος
είσαι νομιμοποιημένος
είναι νομιμοποιημένος
pl.είμαστε νομιμοποιημένοι
είσαστε νομιμοποιημένοι
είναι νομιμοποιημένοι
sg.είχα νομιμοποιηθείείχα νομιμοποιηθή (λόγ.)
είχες νομιμοποιηθείείχες νομιμοποιηθή (λόγ.)
είχε νομιμοποιηθείείχε νομιμοποιηθή (λόγ.)
pl.είχαμε νομιμοποιηθείείχαμε νομιμοποιηθή (λόγ.)
είχατε νομιμοποιηθείείχατε νομιμοποιηθή (λόγ.)
είχαν νομιμοποιηθείείχαν νομιμοποιηθή (λόγ.)
sg.ήμουν νομιμοποιημένος
ήσουν νομιμοποιημένος
ήταν νομιμοποιημένος
pl.ήμασταν νομιμοποιημένοι
ήσασταν νομιμοποιημένοι
ήταν νομιμοποιημένοι
sg.θα έχω νομιμοποιηθείθα έχω νομιμοποιηθή (λόγ.)
θα έχεις νομιμοποιηθείθα έχης νομιμοποιηθή (λόγ.)
θα έχει νομιμοποιηθείθα έχη νομιμοποιηθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε νομιμοποιηθείθα έχωμεν νομιμοποιηθή (λόγ.)
θα έχετε νομιμοποιηθείθα έχετε νομιμοποιηθή (λόγ.)
θα έχουν νομιμοποιηθείθα έχουν νομιμοποιηθή (λόγ.)
sg.θα είμαι νομιμοποιημένος
θα είσαι νομιμοποιημένος
θα είναι νομιμοποιημένος
pl.θα είμαστε νομιμοποιημένοι
θα είσαστε νομιμοποιημένοι
θα είναι νομιμοποιημένοι
sg.θα νομιμοποιούμαι
θα νομιμοποιείσαιθα νομιμοποιήσαι (λόγ.)
θα νομιμοποιείταιθα νομιμοποιήται (λόγ.)
pl.θα νομιμοποιούμαστεθα νομιμοποιούμεθα (λόγ.)
θα νομιμοποιείστεθα νομιμοποιήσθε (λόγ.)
θα νομιμοποιούνται
sg.θα νομιμοποιηθώθα νομιμοποιηθώ (λόγ.)
θα νομιμοποιηθείςθα νομιμοποιηθής (λόγ.)
θα νομιμοποιηθείθα νομιμοποιηθή (λόγ.)
pl.θα νομιμοποιηθούμεθα νομιμοποιηθώμεν (λόγ.)
θα νομιμοποιηθείτεθα νομιμοποιηθήτε (λόγ.)
θα νομιμοποιηθούν
θα νομιμοποιηθούνε (προφ.)
θα νομιμοποιηθούν (λόγ.)
sg.να νομιμοποιούμαι
να νομιμοποιείσαινα νομιμοποιήσαι (λόγ.)
να νομιμοποιείταινα νομιμοποιήται (λόγ.)
pl.να νομιμοποιούμαστενα νομιμοποιούμεθα (λόγ.)
να νομιμοποιείστενα νομιμοποιήσθε (λόγ.)
να νομιμοποιούνται
sg.να νομιμοποιηθώνα νομιμοποιηθώ (λόγ.)
να νομιμοποιηθείςνα νομιμοποιηθής (λόγ.)
να νομιμοποιηθείνα νομιμοποιηθή (λόγ.)
pl.να νομιμοποιηθούμενα νομιμοποιηθώμεν (λόγ.)
να νομιμοποιηθείτενα νομιμοποιηθήτε (λόγ.)
να νομιμοποιηθούν
να νομιμοποιηθούνε (προφ.)
να νομιμοποιηθούν (λόγ.)
sg.να έχω νομιμοποιηθείνα έχω νομιμοποιηθή (λόγ.)
να έχεις νομιμοποιηθείνα έχης νομιμοποιηθή (λόγ.)
να έχει νομιμοποιηθείνα έχη νομιμοποιηθή (λόγ.)
pl.να έχουμε νομιμοποιηθείνα έχωμεν νομιμοποιηθή (λόγ.)
να έχετε νομιμοποιηθείνα έχετε νομιμοποιηθή (λόγ.)
να έχουν νομιμοποιηθείνα έχουν νομιμοποιηθή (λόγ.)
sg.να είμαι νομιμοποιημένος
να είσαι νομιμοποιημένος
να είναι νομιμοποιημένος
pl.να είμαστε νομιμοποιημένοι
να είσαστε νομιμοποιημένοι
να είναι νομιμοποιημένοι
sg.-
-
-
pl.-
νομιμοποιείστε
-
sg.-
νομιμοποιήσου
-
pl.-
νομιμοποιηθείτενομιμοποιηθήτε (λόγ.)
-
νομιμοποιηθεί νομιμοποιηθή (λόγ.)
sg.ο νομιμοποιούμενος
του νομιμοποιούμενουτου νομιμοποιουμένου (λόγ.)
το νομιμοποιούμενοτον νομιμοποιούμενον (λόγ.)
νομιμοποιούμενε
pl.οι νομιμοποιούμενοι
των νομιμοποιούμενωντων νομιμοποιουμένων (λόγ.)
τους νομιμοποιούμενουςτους νομιμοποιουμένους (λόγ.)
νομιμοποιούμενοι
sg.η νομιμοποιούμενηη νομιμοποιουμένη (λόγ.)
της νομιμοποιούμενηςτης νομιμοποιουμένης (λόγ.)
τη νομιμοποιούμενητην νομιμοποιουμένη (λόγ.)
την νομιμοποιουμένην (λογιότ.)
νομιμοποιούμενη νομιμοποιουμένη (λόγ.)
pl.οι νομιμοποιούμενεςαι νομιμοποιούμεναι (λόγ.)
των νομιμοποιούμενωντων νομιμοποιουμένων (λόγ.)
τις νομιμοποιούμενεςτας νομιμοποιουμένας (λόγ.)
νομιμοποιούμενες νομιμοποιούμεναι (λόγ.)
sg.το νομιμοποιούμενοτο νομιμοποιούμενον (λόγ.)
του νομιμοποιούμενουτου νομιμοποιουμένου (λόγ.)
το νομιμοποιούμενοτο νομιμοποιούμενον (λόγ.)
νομιμοποιούμενο νομιμοποιούμενον (λόγ.)
pl.τα νομιμοποιούμενα
των νομιμοποιούμενωντων νομιμοποιουμένων (λόγ.)
τα νομιμοποιούμενα
νομιμοποιούμενα
sg.ο νομιμοποιηθείς
του νομιμοποιηθέντος
το νομιμοποιηθέντα
νομιμοποιηθείς
pl.οι νομιμοποιηθέντες
των νομιμοποιηθέντων
τους νομιμοποιηθέντεςτους νομιμοποιηθέντας (λόγ.)
νομιμοποιηθέντες
sg.η νομιμοποιηθείσα
της νομιμοποιηθείσας
της νομιμοποιηθείσης (κ. λόγ.)
τη νομιμοποιηθείσατην νομιμοποιηθείσαν (λόγ.)
νομιμοποιηθείσα
pl.οι νομιμοποιηθείσεςαι νομιμοποιηθείσαι (λόγ.)
των νομιμοποιηθεισών
τις νομιμοποιηθείσεςτας νομιμοποιηθείσας (λόγ.)
νομιμοποιηθείσες νομιμοποιηθείσαι (λόγ.)
sg.το νομιμοποιηθέν
του νομιμοποιηθέντος
το νομιμοποιηθέν
νομιμοποιηθέν
pl.τα νομιμοποιηθέντα
των νομιμοποιηθέντων
τα νομιμοποιηθέντα
νομιμοποιηθέντα
sg.ο νομιμοποιημένος
του νομιμοποιημένου
το νομιμοποιημένο
νομιμοποιημένε
pl.οι νομιμοποιημένοι
των νομιμοποιημένων
τους νομιμοποιημένους
νομιμοποιημένοι
sg.η νομιμοποιημένη
της νομιμοποιημένης
τη νομιμοποιημένη
νομιμοποιημένη
pl.οι νομιμοποιημένες
των νομιμοποιημένων
τις νομιμοποιημένες
νομιμοποιημένες
sg.το νομιμοποιημένο
του νομιμοποιημένου
το νομιμοποιημένο
νομιμοποιημένο
pl.τα νομιμοποιημένα
των νομιμοποιημένων
τα νομιμοποιημένα
νομιμοποιημένα




случайная выборка слов из базы

αποδίδων σάλπιγγα ελληνιστής πιστολισμένος δικαιοπάροχος συνεπαρμένος δοκιμαστής έτυμον Πειραιεύς αχρειότης βιβλιοθηκάριος σκορπίνα συνεργείο μυρωδικό Αετιδεύς σπέσιαλ τοκισμένος μελιτζανόσουπα ρομφαία Κάρπαθος γεύση κομποσκοίνι παμμεσηνιακός λαγιαρνί εξουσία καρυοφύλλι φάσμα γλυφίδα τανυσμένος προπαιδεία προδιαγραφή σαράβαλο προβάρισμα μεσόπορτα δυσανεξία φιξάρισμα σιναπισμός
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве