Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μυροδοχείο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυροδοχείο μυροδοχεία
γενική μυροδοχείου μυροδοχείων
αιτιατική μυροδοχείο μυροδοχεία
κλητική μυροδοχείο μυροδοχεία




2. μυροδοχείο
noun.
sg.το μυροδοχείοτο μυροδοχείον (λόγ.)
του μυροδοχείου
το μυροδοχείοτο μυροδοχείον (λόγ.)
μυροδοχείο μυροδοχείον (λόγ.)
pl.τα μυροδοχεία
των μυροδοχείων
τα μυροδοχεία
μυροδοχεία




случайная выборка слов из базы

ομοεθνής πολύβουος ισοβαθμία φυλογένεση κρυφός Πάρος ανεπούλωτος νερουλός κούκος δανειολήπτης τρομοκρατία παρασιτισμός ανυπόφερτος άκρο τάδε συνέπεια σπαζοκεφαλιά γαϊτανόφρυδο διενεργώντας ανεμική διερμηνεία γήλοφος φτιασιδώνω ψιλοκόβομαι αντιφεγγιά ξούρα γερανατζής λιμενικός φυσιολατρία συναλλαγή Ιερουσαλήμ γνωστοποίηση κυρτός δεινοπαθώ προαγωγικός ευλογητάριο σκαλοπάτι





















мастер на час минск, литовский словарь