Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μυγούλα
noun.
sg.η μυγούλα
της μυγούλας
τη μυγούλα
μυγούλα
pl.οι μυγούλες
-
τις μυγούλες
μυγούλες




случайная выборка слов из базы

αρπακτικότητα κασκαρίκα προσόψιον Πολέμαρχος θετικιστής ραντεβουδάκι μαίανδρος επεισοδιακός θερμοκέφαλος νεοπλατωνισμός Ολλανδία αρχαίος μεταδιδόμενος Ιθάκη παννυχίς αραπίνα υπογεγραμμένος ηθογραφία πειραματίστρια αντιδημοτικότητα στερεογραφία ρέζους αντινομιστικός πελεκητής καταδότρια αντιγραφή αίμα ζήτημα μπομπονιέρα λιανοντούφεκο σούβλισμα εξάνθημα συνομοσπονδία άπλα τεμάχιο αλληλασφάλεια στερεοχρωμία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве