Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μυγούλα
noun.
sg.η μυγούλα
της μυγούλας
τη μυγούλα
μυγούλα
pl.οι μυγούλες
-
τις μυγούλες
μυγούλες




случайная выборка слов из базы

εξουσιάστρια δισκοπότηρο σιαλόρροια αρχειοφυλακείο εντάξει πρωτεργάτης υδρογραφία μπανανία κρασοπουλειό εκτεινόμενος φαρμακεία βομβαρδισμός ανειλημμένος μελαχρινός πείρα λογάς ραπτική ποταμόπλοιο πελάτισσα μετρονόμος πλευρόν συκόμουρο φαλτσάρισμα αποτοξινωμένος εκδιωγμένος κατινιά Μέγαρα σαρδάμ σκορδόξιδο ανθοβόλημα μέτοικος εγγύηση Λουξεμβούργο ανιχνευτής εθναπόστολος αθλούμενος σαμούρι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве