Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μπουκάρισμα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουκάρισμα μπουκαρίσματα
γενική μπουκαρίσματος μπουκαρισμάτων
αιτιατική μπουκάρισμα μπουκαρίσματα
κλητική μπουκάρισμα μπουκαρίσματα




2. μπουκάρισμα
noun.
sg.το μπουκάρισμα
του μπουκαρίσματος
το μπουκάρισμα
μπουκάρισμα
pl.τα μπουκαρίσματα
των μπουκαρισμάτων
τα μπουκαρίσματα
μπουκαρίσματα




случайная выборка слов из базы

κοράσι μοχλός πολώνιο οικόσημο μεσονύχτι συναγωγή διυλιστήριον παραλήπτρια δέσμευση μούλα κουμπότρυπα αντιστοίχως εχθροπάθεια αδελφικότητα παιγνιωδώς ισχιαλγία ευκρίνεια αλλεπαλληλία ασβεστοκονίαμα αναδημιουργία ανακολουθία διδασκαλείο Πέτρος μπουντουάρ εκπροσωπώντας βρεφοκτονία τσαλάκωμα ακτινοβολία πολιτοφύλακας κατανάγκη κυπαρισσόμηλο κακομαθημένος μεγαλοκαρχαρίας αίθουσα γκολτζής αποψιλωμένος προσβολή
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве