Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μουζικάντης
noun.
sg.ο μουζικάντης / μουσικάντης
του μουζικάντη / μουσικάντη
το μουζικάντη / μουσικάντη
μουζικάντη / μουσικάντη
pl.οι μουζικάντηδες / μουσικάντηδες
των μουζικάντηδων / μουσικάντηδων
τους μουζικάντηδες / μουσικάντηδες
μουζικάντηδες / μουσικάντηδες




случайная выборка слов из базы

φράπα ασφαλτόστρωμα πισωβελονιά πνευμοθώρακας σαραβάλιασμα κουφέτο χουζούρι τσιγγάνα συμπαίκτρια ανακύκλωση δεκάχρονος σήμαντρον καταμαρτυρώντας αφομοιώνομαι διαφθορείο κακκάβι σκαιότητα αναγερτά φόλα αυτόχειρας αγνάντια διορατικός άκακος αρτισύστατος υμνωδός συναπαντώντας σουλούπωμα γιοφύρι ζούδι ονείρωξη βοτανολογικός κορδελιασμένος αψιμαχώ κιονόκρανο ρέμα Επτάνησα πεζογράφημα





















мастер на час минск, литовский словарь