Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μονοατομικός

πτώση ενικός
ονομαστική μονοατομικός μονοατομική μονοατομικό
γενική μονοατομικού μονοατομικής μονοατομικού
αιτιατική μονοατομικό μονοατομική μονοατομικό
κλητική μονοατομικέ μονοατομική μονοατομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονοατομικοί μονοατομικές μονοατομικά
γενική μονοατομικών μονοατομικών μονοατομικών
αιτιατική μονοατομικούς μονοατομικές μονοατομικά
κλητική μονοατομικοί μονοατομικές μονοατομικά





случайная выборка слов из базы

γιασεμί αδενικός πορτόφυλλο γαλακτομπούρεκο βοτανολογία αναδιπλασιασμός σαπωνοποιείο πυρηνελαιουργία σαμάρωμα λογαριασμένος λύω σταματημός διασκέδαση συγκάτοικος υπόζωμα αγοραστής συρμός ταβερνιάρισσα χοιροστάσιο τζαμαρία διακλάδωση αταβισμός προμηθευμένος μπιρίμπα φεγγαράδα καστανιέτα οδικός αμπάρι κούφωμα ηφαιστειολόγος κυβισμός κβαντομηχανική πανηγύρι φιλοτεχνώντας μπόλι επαναστατικότης συντροφιά
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве