Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μνημόνευση
noun.
sg.η μνημόνευσηη μνημόνευσις (λόγ.)
της μνημονεύσεως / μνημόνευσης
τη μνημόνευσητην μνημόνευσιν (λόγ.)
μνημόνευση μνημόνευσι / μνημόνευσις (λόγ.)
pl.οι μνημονεύσεις
των μνημονεύσεων
τις μνημονεύσεις
μνημονεύσεις



2. μνημόνευσις
noun.
sg.η μνημόνευσηη μνημόνευσις (λόγ.)
της μνημονεύσεως / μνημόνευσης
τη μνημόνευσητην μνημόνευσιν (λόγ.)
μνημόνευση μνημόνευσι / μνημόνευσις (λόγ.)
pl.οι μνημονεύσεις
των μνημονεύσεων
τις μνημονεύσεις
μνημονεύσεις




случайная выборка слов из базы

ψηφοδέλτιο γήπεδο ασφαλτολίμνη συνετά μαγιονέζα κατάρτισις ξεδιαλεγμένος χαρακτικό βαβούρα ανθρωπομετρία ιονισμένος σωληνωμένος τηγανητός προαίσθημα μαστιγοφόρος βοθροκαθαριστής πρακτικό βυζαγμένος νυχτικιά φυλαγμένος σταφιδεμπόριο παρεμπρός επίτασις κανόνισμα κατσαρίδα εμβόλιμος δίνη δεκαπενταύγουστο πανάδα τριεψιλίτης επιτιμώντας σπουδαστήριο φάλαγγας σιτοκαλλιέργεια εργοληψία μαθητεύοντας μουσελίνα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве