Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μικροϊδιοκτήτης
noun.
sg.ο μικροϊδιοκτήτης
του μικροϊδιοκτήτητου μικροϊδιοκτήτου (λόγ.)
το μικροϊδιοκτήτητον μικροϊδιοκτήτην (λόγ.)
μικροϊδιοκτήτη
pl.οι μικροϊδιοκτήτεςοι μικροϊδιοκτήται (λόγ.)
των μικροϊδιοκτητών
τους μικροϊδιοκτήτεςτους μικροϊδιοκτήτας (λόγ.)
μικροϊδιοκτήτες μικροϊδιοκτήται (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

Αραράτ ρήτρα παρασιτολογία μύθευμα υπόταξη προχωρητικός συμπλήρωμα Θέμιδα χοροεσπερίδα Ολλανδία θηρεύτρια ξεπούλημα κακοφτιαγμένος χωρίο μύωπας πηγαινέλα φιδές σκύμνος πήδημα νικέλωμα εξάνθημα οργαντίνα βρώση αντιστοιχώντας ιππασία μούτος ασκούμενος άζευτος σοσονάκι προτομή ανατροφοδότηση τάισμα υπομονητικά αμέστωτος χαρακτήρας αποφυλάκισις εργόμετρο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве