Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μηλοβολία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηλοβολία μηλοβολίες
γενική μηλοβολίας μηλοβολιών
αιτιατική μηλοβολία μηλοβολίες
κλητική μηλοβολία μηλοβολίες





случайная выборка слов из базы

πάστρα προϋπολογισμένος νταμπλάς συμβολαιογραφείο λιμουζίνα ακράδαντα τετραβρωμιούχος άπλωμα παν ράστερ γρασίδι εγχείρημα καστανιά εξαχρείωση εγκυμονώντας αιγινήτικος ταχυβολία καπάκωμα δαμάσκηνο μάγουλο μάρτυρας οικοκυρά φτερούγισμα κυκλικότητα ιμπεριαλιστής ενζωοτία ζαρζαβατικό παλληκαριά φακοσαλάτα οικοπεδοποιώντας εξακολούθηση άλογο ζημιογόνος στριμωξίδι διάμετρος αφροδισιολόγος μελλόνυμφος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве