Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μετριοφροσύνη

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετριοφροσύνη μετριοφροσύνες
γενική μετριοφροσύνης (μετριοφροσύνων)
αιτιατική μετριοφροσύνη μετριοφροσύνες
κλητική μετριοφροσύνη μετριοφροσύνες




2. μετριοφροσύνη
noun.
sg.η μετριοφροσύνη
της μετριοφροσύνης
τη μετριοφροσύνητην μετριοφροσύνην (λόγ.)
μετριοφροσύνη
pl.-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

ζευγάρωμα τηλέτυπο θηλύκωμα λιανικώς πρόπλασμα μετωπικότης φαφούτης θυμιατήρι κομψοτέχνης πλακίδιο ιδιαιτέρως καλοστρωμένος αυτός μακιγιαρισμένος αναρρίπισις νταούλι πονηράδα φέγγω Παναγιώτης λιοκόφινο γραφειοκρατία πεζομαχία πολυφαρμακία επιστάτρια σπίρτο δουλέμπορος πινελάκι αεριοφόρος ζεμένος παράλληλα διεκπεραιωμένος βαθμολόγηση αυτόχειρας δεξιότητα εξουσιοδοτημένος εισβολή μπαγκατέλα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве