Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. μετατρεπτικός

πτώση ενικός
ονομαστική μετατρεπτικός μετατρεπτική μετατρεπτικό
γενική μετατρεπτικού μετατρεπτικής μετατρεπτικού
αιτιατική μετατρεπτικό μετατρεπτική μετατρεπτικό
κλητική μετατρεπτικέ μετατρεπτική μετατρεπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μετατρεπτικοί μετατρεπτικές μετατρεπτικά
γενική μετατρεπτικών μετατρεπτικών μετατρεπτικών
αιτιατική μετατρεπτικούς μετατρεπτικές μετατρεπτικά
κλητική μετατρεπτικοί μετατρεπτικές μετατρεπτικά





случайная выборка слов из базы

πλεονέκτρια διασπορά μάνατζμεντ αραβοσιτέλαιο καπίκι αχλάδα συζητώντας κακόσημος κερατίτιδα ορδί οικότροφος πρόστεγο διασκεδάστρια πρόκρισις τσεκάρισμα σουπερνόβα δάφνη ορφάνια αναβίωσις μπάριζα αδέρφωμα κύησις σταφιδεμπόριο επίτροπος λεπίδα αντιαισθητικός ανανδρία λάτρης αιτητικός εκεί θερμόλουτρο μιμητής ανασκάβω κονκάρδα ένεκα ανούσια ψυχικό
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве