Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μειονεξία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μειονεξία μειονεξίες
γενική μειονεξίας μειονεξιών
αιτιατική μειονεξία μειονεξίες
κλητική μειονεξία μειονεξίες




2. μειονεξία
noun.
sg.η μειονεξία
της μειονεξίας
τη μειονεξίατην μειονεξίαν (λόγ.)
μειονεξία
pl.οι μειονεξίεςαι μειονεξίαι (λόγ.)
των μειονεξιών
τις μειονεξίεςτας μειονεξίας (λόγ.)
μειονεξίες μειονεξίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

τριχοφυΐα λίχνισμα περίπολος ατζέντης δεσποινίς τουρκολαγνεία ως εξωγήινος περιοδικότητα δημοτικό ουράνιος κρασοκανάτας εξαερισμός πατριδοκαπηλία νάρκη χαμηλόφωνα αβγολέμονο κόκορας τσαγερό ιδανικότητα μαγκλαράς τάκος ευρετήριο Μόσχα αποτιμημένος παιδεραστής διοξείδιο αναρχοαυτόνομος εβδομάδα ρούμι ατελώς λαπαροτομία μετατάρσιο Αίολος αντάρα ματσακόνι ιερόδουλος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве