Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μαστροχαλαστής

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαστροχαλαστής μαστροχαλαστές
γενική μαστροχαλαστή μαστροχαλαστών
αιτιατική μαστροχαλαστή μαστροχαλαστές
κλητική μαστροχαλαστή μαστροχαλαστές




2. μαστροχαλαστής
noun.
sg.ο μαστροχαλαστής
του μαστροχαλαστή
το μαστροχαλαστή
μαστροχαλαστή
pl.οι μαστροχαλαστές
των μαστροχαλαστών
τους μαστροχαλαστές
μαστροχαλαστές




случайная выборка слов из базы

αρτοφόριο φρόνησις περιεκτικότητα ζεσεοσκόπιο αμφότεροι τρίκοχο ευδαιμονία καλαμπακιώτικος μουρουνόλαδο νήπιον μάντεμα παραβολή παλάμη μίζα οχτάδα αποβλέποντας βαθμολογία αμύρωτος σχέδιο διαφέρον ηπατοπάθεια αλευράπιδο ωκεανολογία Τσαντ ξεδίψασμα πεζοπορώντας κάργας πειθαναγκασμός σπορέλαιον επισκευάστρια σαρανταήμερο κολυμβήθρα συμμόρφωσις μεγαλουσιάνα βόσκω απομίμησις ξερονήσι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве