Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. μαδαρός

πτώση ενικός
ονομαστική μαδαρός μαδαρή μαδαρό
γενική μαδαρού μαδαρής μαδαρού
αιτιατική μαδαρό μαδαρή μαδαρό
κλητική μαδαρέ μαδαρή μαδαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαδαροί μαδαρές μαδαρά
γενική μαδαρών μαδαρών μαδαρών
αιτιατική μαδαρούς μαδαρές μαδαρά
κλητική μαδαροί μαδαρές μαδαρά




2. Μαδάρα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Μαδάρα -
γενική Μαδάρας -
αιτιατική Μαδάρα -
κλητική Μαδάρα -





случайная выборка слов из базы

καταληπτικός μεταλλωρύχος τάζω διαφωνώντας μόλυβδος αδεξιότης συμφιλίωση στενογραφημένος ντο άκανθα εκτιμώμενος εμπεριστατωμένος άδειασμα γαλβανοσκόπιο καμιόνι κηρήθρα κρότος νόηση δύσπνοια κάκτος ποζιτιβιστής θυσιασμένος βιοπάλη αμειψισπορά γίδι βορδοναρειό μιλόρδος κιονίσκος εξυπνοπούλι καρυοφύλλι κανοΐστας ηρώισσα ποντικοφάρμακο ασφυξία φακιόλι λεμφαδενοπάθεια κομφορμισμός
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве