Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. Λεπτοκαρυά
noun.
sg.η λεπτοκαρυά
της λεπτοκαρυάς
τη λεπτοκαρυά
λεπτοκαρυά
pl.οι λεπτοκαρυές
των λεπτοκαρυών
τις λεπτοκαρυές
λεπτοκαρυές




случайная выборка слов из базы

ανδρισμός αγάπη προνοητικός πολεμικό διάσπαση υμενώδης καλάθι όρυγμα θρησκεία καταποντισμός σίτος μισογυνισμός νεροπότηρο μελόπιτα ιεραποστολή σπουδαστής τρισκόταδο γενναιότητα βαρκάρισσα αλέκιαστος εξίσωση έρημος μηλοπουρές οκτάωρο καρτέρι βραδύς αισθαντικά παραδειγματισμός αξιόλογα αντιμιλιταρισμός τετραφαλαγγαρχία μπουζί αρειμανίως ξεθύμασμα αγαπητικός ποδοπατημένος γυμνασιάρχης
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве