Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. Λεπτοκαρυά
noun.
sg.η λεπτοκαρυά
της λεπτοκαρυάς
τη λεπτοκαρυά
λεπτοκαρυά
pl.οι λεπτοκαρυές
των λεπτοκαρυών
τις λεπτοκαρυές
λεπτοκαρυές




случайная выборка слов из базы

οπτιμιστής μακρόκοσμος τετραμέρεια μικρογραφία νόσημα εποικισμός ρελιασμένος παντζούρι μετοχή παλιοκόριτσο καπνίλα πόθεν μεταφύτευση φιλέ ψευτοπαλληκαράς αστάρωμα εντεροπάθεια ορχεοειδή διαφωτισμένος μισαλλοδοξία οξυγόνο ανεσκαμμένος λιποψυχώντας αποχαυνωμένος φουρνάρικο φωτογένεια ρεσάλτο ανάκλιντρο σπόριο δημοκρατία μότορσιπ κανονιοφόρος τέλμα καθεξής στρίμωγμα περσικά φύσις
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве