Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. λαμπάδιασμα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαμπάδιασμα λαμπαδιάσματα
γενική λαμπαδιάσματος λαμπαδιασμάτων
αιτιατική λαμπάδιασμα λαμπαδιάσματα
κλητική λαμπάδιασμα λαμπαδιάσματα




2. λαμπάδιασμα
noun.
sg.το λαμπάδιασμα
του λαμπαδιάσματος
το λαμπάδιασμα
λαμπάδιασμα
pl.τα λαμπαδιάσματα
των λαμπαδιασμάτων
τα λαμπαδιάσματα
λαμπαδιάσματα




случайная выборка слов из базы

ένεκεν γαμπριάτικα ανταρσία αλόγιστα σέλινο δυσφημισμένος βασιλικά κιτρέλαιο κικινέλαιο αρμονικός αριθμομνήμων καλλιγραφικός τραχύτητα πορτιέρισσα στρατολόγος πελερίνα περιδεής λεφτά χρεοπιστώνω πεντηκονταετία αιματοκρίτης πυρολάτρης ναυλολόγιο φωναχτός αρχαϊσμός ανομοιογένεια ελισαβετιανά ψηφισμένος φωτοχημικά τραταρισμένος εφεδρεία ανηφορίζω προσωπογράφος υδροκυάνιο βρεφοκομία παράς συγγραφέας