Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. κυλινδρόμυλος
noun.
sg.ο κυλινδρόμυλος
του κυλινδρόμυλουτου κυλινδρομύλου (λόγ.)
τον κυλινδρόμυλοτον κυλινδρόμυλον (λόγ.)
κυλινδρόμυλε
pl.οι κυλινδρόμυλοι
των κυλινδρόμυλωντων κυλινδρομύλων (λόγ.)
τους κυλινδρόμυλουςτους κυλινδρομύλους (λόγ.)
κυλινδρόμυλοι




случайная выборка слов из базы

λόγχη λαδάδικο αποχρωματισμός κονιορτός παλαιοανθρωπολογία ποντικίνα αποτελούμενος πετραχήλι πληροφορικός αβυσσοβενθικός ωτιαίος βατώδης ρητός δράκος ροπαλοφόρος κελί μηλόχορτο απόθεσις υδροπονικός ψαλιδισμένος γυψάς σακάτεμα πυροβολείο παράβλεψις μαρξίστρια γαμήσι Ζαχάρω ίκτερος ενότητα στόμιο διχοτομώντας οφείλω τρενάκι κατάχαμα αμετάβλητος χαρμολύπη συνομοσπονδία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве