Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. κυβερνήτης
noun.
sg.ο κυβερνήτης
του κυβερνήτητου κυβερνήτου (λόγ.)
τον κυβερνήτητον κυβερνήτην (λόγ.)
κυβερνήτη
κυβερνήτα (κ. λόγ.)
pl.οι κυβερνήτεςοι κυβερνήται (λόγ.)
των κυβερνητών
τους κυβερνήτεςτους κυβερνήτας (λόγ.)
κυβερνήτες κυβερνήται (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ενθαρρυμένος δραγουμάνος ρουθούνι υποδούλωσις εμπορευματολογία συνδιαλλάσσω μακαρισμός μεγαλοαστός ξενύχιασμα ναύσταθμος κακογουστιά μαχήτρια ορφανεμένος δράμι αυτοκριτική δαίμονας κατουρλού μεγαλοαστός μωαμεθανισμός πολιτοφύλακας καλό περιθωριοποίηση δισκογραφία εναγώνιος τροκάνι φωτοστέφανος παλμός κυπελλούχος μπάριζα επιδαπέδιος απομνημόνευσις κιβωτός ιμάς θηλυκό περιχαράκωσις ξώφαρτσα απόπλυμα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве