Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. κομμούνα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομμούνα κομμούνες
γενική κομμούνας
αιτιατική κομμούνα κομμούνες
κλητική κομμούνα κομμούνες




2. κομμούνα
noun.
sg.η κομμούνα / κομούνα
της κομμούνας / κομούνας
την κομμούνα / κομούνατην κομμούναν / κομούναν (λόγ.)
κομμούνα / κομούνα
pl.οι κομμούνες / κομούνεςαι κομμούναι / κομούναι (λόγ.)
-
τις κομμούνες / κομούνεςτας κομμούνας / κομούνας (λόγ.)
κομμούνες / κομούνες κομμούναι / κομούναι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

νυφίτσα ξετάπωμα αμαντάλωτος Αρχές κομάντος πεπαιδευμένος χαμπέρι αγανακτισμένος πυροδιάσπαση σάρπα τεχνογνωσία τυροπωλείο ξαναγραμμένος χαβάγια ανακομιδή παρατεταγμένος δοξαστικά υποστήριξις προπαρασκευή ποδαρόδρομος αποπλάνηση βρεφοκόμος επιπλοποιία ριγέ μεσημβρία ερευνημένος εσπέρα πολυγαμία Γκατζολία σιδηροβιομήχανος λίπασμα διαιτολόγιο στυπόχαρτο ρητινέλαιο φυλακή αβασταγό απόκομμα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве