Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. κλειδοκύμβαλο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλειδοκύμβαλο κλειδοκύμβαλα
γενική κλειδοκυμβάλου κλειδοκυμβάλων
αιτιατική κλειδοκύμβαλο κλειδοκύμβαλα
κλητική κλειδοκύμβαλο κλειδοκύμβαλα




2. κλειδοκύμβαλο
noun.
sg.το κλειδοκύμβαλοτο κλειδοκύμβαλον (λόγ.)
του κλειδοκυμβάλου / κλειδοκύμβαλου
το κλειδοκύμβαλοτο κλειδοκύμβαλον (λόγ.)
κλειδοκύμβαλο κλειδοκύμβαλον (λόγ.)
pl.τα κλειδοκύμβαλα
των κλειδοκυμβάλων / κλειδοκύμβαλων
τα κλειδοκύμβαλα
κλειδοκύμβαλα




случайная выборка слов из базы

γρατσούνισμα τεζάρισμα ρακοπότηρο λαθρεπιβάτις Καναδός αϊτός αρωματοποιία φιξ γραμματοκιβώτιο κοιλάδα έβενος νοσταλγικός υστερία καϊκάκι μεταδιδόμενος αποβίβασις μεταβιβασμένος σινιόρ σπυριασμένος σύμβουλος τουπές λαδόπανο χαϊδολόγημα τελείως υπομονετικά λιθόστρωσις σπαραγγόσουπα τροπάριον βραδιάτικα καταβρεγμένος μεσολαβήτρια κτηματαγορά εγκόλπιο συνονθύλευμα γραφικότητα φτωχόσπιτο περιηγητής
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве