Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 4

1. καφετέρια

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καφετέρια καφετέριες
γενική καφετέριας καφετεριών
αιτιατική καφετέρια καφετέριες
κλητική καφετέρια καφετέριες




2. καφετερία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καφετερία καφετερίες
γενική καφετερίας καφετεριών
αιτιατική καφετερία καφετερίες
κλητική καφετερία καφετερίες




3. καφετέρια
noun.
sg.η καφετερία / καφετέρια
της καφετερίας / καφετέριας
την καφετερία / καφετέρια
καφετερία / καφετέρια
pl.οι καφετερίες / καφετέριες
των καφετεριών
τις καφετερίες / καφετέριες
καφετερίες / καφετέριες



4. καφετερία
noun.
sg.η καφετερία / καφετέρια
της καφετερίας / καφετέριας
την καφετερία / καφετέρια
καφετερία / καφετέρια
pl.οι καφετερίες / καφετέριες
των καφετεριών
τις καφετερίες / καφετέριες
καφετερίες / καφετέριες




случайная выборка слов из базы

αρμοστεία εξατομίκευση αριστεριστής γεωλόγος εκλέπτυνσις τριγωνομετρία εκτουρκισμός επικοντιστής βοτσαλάκι πολλαχού βακτηρίδιο ορνιθών επίφυση ραδιοτηλεόραση διαγράφω μαθητευόμενος φουρνόξυλο βαρκούλα φκιασίδι τουρκόπουλο σιαλόρροια συγκλονισμός αποφορά κονδυλοφόρος Μάρθα ομογλωσσία προβλεπτικότητα αυτομάτως χαζομούνα μαγιάτικο μαρσάρισμα ασυρματίστρια σκιοφωτισμός ανθογυάλι συγγραφή σκεπτικίστρια φιλμ
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве