Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. κατσάδα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατσάδα κατσάδες
γενική κατσάδας
αιτιατική κατσάδα κατσάδες
κλητική κατσάδα κατσάδες




2. κατσάδα
noun.
sg.η κατσάδα
της κατσάδας
την κατσάδα
κατσάδα
pl.οι κατσάδες
των κατσάδων
τις κατσάδες
κατσάδες




случайная выборка слов из базы

φτάσιμο ραβδιά στοιβασία κρεολός κακοφανισμός πινάκα σβάρνα διανοούμενη αμπελοκαλλιέργεια στιχουργία έλκω αποστειρωμένος ξεσηκωμένος διαμάχη ηγούμαι ευγηρία τσαλάκωμα μαντάρισμα μπάντα μαρουλόφυλλο ισχαιμία ξεβρακωμένος τροβάς τετραγωνάκι μπαστάρδεμα καρνάγιο ανομία πρωτοβουλία πρεσβύωπας τρυγόνι απεργία ζαφείρι προσχεδίασμα μυογράφος πατμιακός πίναξ ψοφόκρυο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве