Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. κατάπληξη
noun.
sg.η κατάπληξηη κατάπληξις (λόγ.)
της καταπλήξεως / κατάπληξης
την κατάπληξητην κατάπληξιν (λόγ.)
κατάπληξη κατάπληξι / κατάπληξις (λόγ.)
pl.οι καταπλήξεις
των καταπλήξεων
τις καταπλήξεις
καταπλήξεις



2. κατάπληξις
noun.
sg.η κατάπληξηη κατάπληξις (λόγ.)
της καταπλήξεως / κατάπληξης
την κατάπληξητην κατάπληξιν (λόγ.)
κατάπληξη κατάπληξι / κατάπληξις (λόγ.)
pl.οι καταπλήξεις
των καταπλήξεων
τις καταπλήξεις
καταπλήξεις




случайная выборка слов из базы

Πρινάρι πολυθρόνα ντάντεμα εμφαντικώς φωτοκόπια Παρασκευή ενδημοεπιδημία ανεκδιήγητα αερόπλοιο βιρμανικός απλότης αμμότοπος άθλος γουρουνόπουλο κανόνας δεκάφυλος παμφορείο ξαναζεσταμένος παραψυχολογία αρτοσκεύασμα προσφορά θίασος κακογεννώντας Λαμπρή φιλαλήθεια μανιφατούρα ασυντόνιστα μοτοσικλέτα ποίκιλμα πόνεϊ πυρομανία αναγούλιασμα άμεστος αυτοκίνητο προτεκτοράτο γεγονός αεράκι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве