Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ιστιοδρομώντας

sg.ιστιοδρομώ
ιστιοδρομείς
ιστιοδρομεί
pl.ιστιοδρομούμειστιοδρομούμεν (λόγ.)
ιστιοδρομείτε
ιστιοδρομούν
sg.ιστιοδρομούσαιστιοδρόμουν (λόγ.)
ιστιοδρομούσεςιστιοδρόμεις (λόγ.)
ιστιοδρομούσειστιοδρόμει (λόγ.)
pl.ιστιοδρομούσαμειστιοδρομούμεν (λόγ.)
ιστιοδρομούσατειστιοδρομείτε (λόγ.)
ιστιοδρομούσανιστιοδρόμουν (λόγ.)
sg.θα ιστιοδρομώ
θα ιστιοδρομείςθα ιστιοδρομής (λόγ.)
θα ιστιοδρομείθα ιστιοδρομή (λόγ.)
pl.θα ιστιοδρομούμεθα ιστιοδρομώμεν (λόγ.)
θα ιστιοδρομείτεθα ιστιοδρομήτε (λόγ.)
θα ιστιοδρομούν
sg.να ιστιοδρομώ
να ιστιοδρομείςνα ιστιοδρομής (λόγ.)
να ιστιοδρομείνα ιστιοδρομή (λόγ.)
pl.να ιστιοδρομούμενα ιστιοδρομώμεν (λόγ.)
να ιστιοδρομείτενα ιστιοδρομήτε (λόγ.)
να ιστιοδρομούν
sg.-
-
-
pl.-
ιστιοδρομείτε
-
ιστιοδρομώντας
sg.ο ιστιοδρομών
του ιστιοδρομούντος
τον ιστιοδρομούντα
ιστιοδρομών
pl.οι ιστιοδρομούντες
των ιστιοδρομούντων
τους ιστιοδρομούντεςτους ιστιοδρομούντας (λόγ.)
ιστιοδρομούντες
sg.η ιστιοδρομούσα
της ιστιοδρομούσας
της ιστιοδρομούσης (κ. λόγ.)
την ιστιοδρομούσατην ιστιοδρομούσαν (λόγ.)
ιστιοδρομούσα
pl.οι ιστιοδρομούσεςαι ιστιοδρομούσαι (λόγ.)
των ιστιοδρομουσών
τις ιστιοδρομούσεςτας ιστιοδρομούσας (λόγ.)
ιστιοδρομούσες ιστιοδρομούσαι (λόγ.)
sg.το ιστιοδρομούν
του ιστιοδρομούντος
το ιστιοδρομούν
ιστιοδρομούν
pl.τα ιστιοδρομούντα
των ιστιοδρομούντων
τα ιστιοδρομούντα
ιστιοδρομούντα




случайная выборка слов из базы

βαφτισμένος κοιταγμένος υγρασία χελώνα τελετουργία αρόδο χορτάρι μπουμπούκιασμα υπερφουσκωμένος ποπολάρος σταβλίτης πεντάωρο εκουσίως ποδάγρα ναυτασφάλεια κίνητρο οινόπνευμα τσακμακόπετρα χαρτοπαίκτης φανφάρα μηδείς ρητό καμπανάκι επιρρηματικώς παραφόρτωμα διπλωματία πιθανώς Θέτις λεπιδόπτερα λάσπη αλαφυραγώγητος ετυμολογία γέρος πιστοχρέωση κατοχύρωσις εθνοκάθαρση Λάρισα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве