Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. θώραξ
noun.
sg.ο θώρακαςο θώραξ (λόγ.)
του θώρακατου θώρακος (λόγ.)
το θώρακα
θώρακα θώραξ (λόγ.)
pl.οι θώρακες
των θωράκων
τους θώρακεςτους θώρακας (λόγ.)
θώρακες




случайная выборка слов из базы

πολιτιστικά καλομαθημένος τηλεγραφείο Ευδοκία ενεχυριαστής αποδειγμένος καθόλου κυτταρολόγος σεμνοτυφία ιδιωτικοποιημένος κάματος νοθευμένος κωδωνοκρούστης ψημένος κόρη υπουργός κτέρισμα μεσοστρατίς τσιμπούσι τυρός νεκροφιλία κατάστασις ραμφοφόρος προνευστασμός καψωμένος σκηνογραφία κατασκηνωμένος που δόσις ομφαλός λώρος επιεικής ανεμολόγιο επιπολαιότης διαμορφωτής κληροδοσία ιππόδρομος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве