Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. θυμιασμένος

sg.θυμιάζω
θυμιάζεις
θυμιάζει
pl.θυμιάζομε / θυμιάζουμεθυμιάζομεν (λόγ.)
θυμιάζετε
θυμιάζουν
sg.θυμίαζα / θύμιαζαεθυμίαζον (λόγ.)
θυμίαζες / θύμιαζεςεθυμίαζες (λόγ.)
θυμίαζε / θύμιαζεεθυμίαζε (λόγ.)
pl.θυμιάζαμεεθυμιάζομεν (λόγ.)
θυμιάζατεεθυμιάζετε (λόγ.)
θυμίαζαν / θύμιαζανεθυμίαζον (λόγ.)
sg.θυμίασα / θύμιασαεθυμίασα (λόγ.)
θυμίασες / θύμιασεςεθυμίασας (λόγ.)
θυμίασε / θύμιασεεθυμίασε (λόγ.)
pl.θυμιάσαμεεθυμιάσαμεν (λόγ.)
θυμιάσατεεθυμιάσατε (λόγ.)
θυμίασαν / θύμιασανεθυμίασαν (λόγ.)
sg.έχω θυμιάσει
έχεις θυμιάσει
έχει θυμιάσει
pl.έχουμε θυμιάσει
έχετε θυμιάσει
έχουν θυμιάσει
sg.είχα θυμιάσει
είχες θυμιάσει
είχε θυμιάσει
pl.είχαμε θυμιάσει
είχατε θυμιάσει
είχαν θυμιάσει
sg.θα έχω θυμιάσει
θα έχεις θυμιάσει
θα έχει θυμιάσει
pl.θα έχουμε θυμιάσει
θα έχετε θυμιάσει
θα έχουν θυμιάσει
sg.θα θυμιάζω
θα θυμιάζειςθα θυμιάζης (λόγ.)
θα θυμιάζειθα θυμιάζη (λόγ.)
pl.θα θυμιάζομε / θα θυμιάζουμεθα θυμιάζωμεν (λόγ.)
θα θυμιάζετε
θα θυμιάζουν
sg.να θυμιάζω
να θυμιάζειςνα θυμιάζης (λόγ.)
να θυμιάζεινα θυμιάζη (λόγ.)
pl.να θυμιάζομε / να θυμιάζουμενα θυμιάζωμεν (λόγ.)
να θυμιάζετε
να θυμιάζουν
sg.να θυμιάσω
να θυμιάσειςνα θυμιάσης (λόγ.)
να θυμιάσεινα θυμιάση (λόγ.)
pl.να θυμιάσομε / να θυμιάσουμενα θυμιάσωμεν (λόγ.)
να θυμιάσετε
να θυμιάσουν
sg.να έχω θυμιάσει
να έχεις θυμιάσει
να έχει θυμιάσει
pl.να έχουμε θυμιάσει
να έχετε θυμιάσει
να έχουν θυμιάσει
sg.-
θυμίαζε / θύμιαζε
-
pl.-
θυμιάζετε
-
sg.-
θυμίασε / θύμιασε
-
pl.-
θυμιάστεθυμιάσατε (λόγ.)
-
θυμιάσει
θυμιάζοντας
sg.ο θυμιάζων
του θυμιάζοντος
το θυμιάζοντα
θυμιάζων
pl.οι θυμιάζοντες
των θυμιαζόντων
τους θυμιάζοντεςτους θυμιάζοντας (λόγ.)
θυμιάζοντες
sg.η θυμιάζουσα
της θυμιάζουσας
της θυμιαζούσης (κ. λόγ.)
τη θυμιάζουσατην θυμιάζουσαν (λόγ.)
θυμιάζουσα
pl.οι θυμιάζουσεςαι θυμιάζουσαι (λόγ.)
των θυμιαζουσών
τις θυμιάζουσεςτας θυμιαζούσας (λόγ.)
θυμιάζουσες θυμιάζουσαι (λόγ.)
sg.το θυμιάζον
του θυμιάζοντος
το θυμιάζον
θυμιάζον
pl.τα θυμιάζοντα
των θυμιαζόντων
τα θυμιάζοντα
θυμιάζοντα
sg.ο θυμιάσας
του θυμιάσαντος
το θυμιάσαντα
θυμιάσας
pl.οι θυμιάσαντες
των θυμιασάντων
τους θυμιάσαντεςτους θυμιάσαντας (λόγ.)
θυμιάσαντες
sg.η θυμιάσασα
της θυμιάσασας
της θυμιασάσης (κ. λόγ.)
τη θυμιάσασατην θυμιάσασαν (λόγ.)
θυμιάσασα
pl.οι θυμιάσασεςαι θυμιάσασαι (λόγ.)
των θυμιασασών
τις θυμιάσασεςτας θυμιασάσας (λόγ.)
θυμιάσασες θυμιάσασαι (λόγ.)
sg.το θυμιάσαν
του θυμιάσαντος
το θυμιάσαν
θυμιάσαν
pl.τα θυμιάσαντα
των θυμιασάντων
τα θυμιάσαντα
θυμιάσαντα
sg.θυμιάζομαι
θυμιάζεσαι
θυμιάζεται
pl.θυμιαζόμαστεθυμιαζόμεθα (λόγ.)
θυμιάζεστεθυμιάζεσθε (λόγ.)
θυμιάζονται
sg.θυμιαζόμουνεθυμιαζόμην (λόγ.)
θυμιαζόσουνεθυμιάζεσο (λόγ.)
θυμιαζότανεθυμιάζετο (λόγ.)
pl.θυμιαζόμαστεεθυμιαζόμεθα (λόγ.)
θυμιαζόσαστεεθυμιάζεσθε (λόγ.)
θυμιάζοντανεθυμιάζοντο (λόγ.)
sg.θυμιάστηκα
θυμιάσθηκα (κ. με λόγ. χαρ.)
εθυμιάσθην (λόγ.)
θυμιάστηκες
θυμιάσθηκες (κ. με λόγ. χαρ.)
εθυμιάσθης (λόγ.)
θυμιάστηκε
θυμιάσθηκε (κ. με λόγ. χαρ.)
εθυμιάσθη (λόγ.)
pl.θυμιαστήκαμε
θυμιασθήκαμε (κ. με λόγ. χαρ.)
εθυμιάσθημεν (λόγ.)
θυμιαστήκατε
θυμιασθήκατε (κ. με λόγ. χαρ.)
εθυμιάσθητε (λόγ.)
θυμιάστηκαν
θυμιαστήκαν / θυμιαστήκανε (προφ.)
θυμιάσθηκαν (κ. με λόγ. χαρ.)
εθυμιάσθησαν (λόγ.)
sg.έχω θυμιαστεί
έχω θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχω θυμιασθή (λόγ.)
έχεις θυμιαστεί
έχεις θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχεις θυμιασθή (λόγ.)
έχει θυμιαστεί
έχει θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχει θυμιασθή (λόγ.)
pl.έχουμε θυμιαστεί
έχουμε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχουμε θυμιασθή (λόγ.)
έχετε θυμιαστεί
έχετε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχετε θυμιασθή (λόγ.)
έχουν θυμιαστεί
έχουν θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχουν θυμιασθή (λόγ.)
sg.είμαι θυμιασμένος
είσαι θυμιασμένος
είναι θυμιασμένος
pl.είμαστε θυμιασμένοι
είσαστε θυμιασμένοι
είναι θυμιασμένοι
sg.είχα θυμιαστεί
είχα θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχα θυμιασθή (λόγ.)
είχες θυμιαστεί
είχες θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχες θυμιασθή (λόγ.)
είχε θυμιαστεί
είχε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχε θυμιασθή (λόγ.)
pl.είχαμε θυμιαστεί
είχαμε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχαμε θυμιασθή (λόγ.)
είχατε θυμιαστεί
είχατε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχατε θυμιασθή (λόγ.)
είχαν θυμιαστεί
είχαν θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχαν θυμιασθή (λόγ.)
sg.ήμουν θυμιασμένος
ήσουν θυμιασμένος
ήταν θυμιασμένος
pl.ήμασταν θυμιασμένοι
ήσασταν θυμιασμένοι
ήταν θυμιασμένοι
sg.θα έχω θυμιαστεί
θα έχω θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχω θυμιασθή (λόγ.)
θα έχεις θυμιαστεί
θα έχεις θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχης θυμιασθή (λόγ.)
θα έχει θυμιαστεί
θα έχει θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχη θυμιασθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε θυμιαστεί
θα έχουμε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχωμεν θυμιασθή (λόγ.)
θα έχετε θυμιαστεί
θα έχετε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχετε θυμιασθή (λόγ.)
θα έχουν θυμιαστεί
θα έχουν θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχουν θυμιασθή (λόγ.)
sg.θα είμαι θυμιασμένος
θα είσαι θυμιασμένος
θα είναι θυμιασμένος
pl.θα είμαστε θυμιασμένοι
θα είσαστε θυμιασμένοι
θα είναι θυμιασμένοι
sg.θα θυμιάζομαιθα θυμιάζωμαι (λόγ.)
θα θυμιάζεσαι
θα θυμιάζεται
pl.θα θυμιαζόμαστεθα θυμιαζώμεθα (λόγ.)
θα θυμιάζεστεθα θυμιάζεσθε (λόγ.)
θα θυμιάζονταιθα θυμιάζωνται (λόγ.)
sg.θα θυμιαστώ
θα θυμιασθώ (κ. με λόγ. χαρ.)
θα θυμιασθώ (λόγ.)
θα θυμιαστείς
θα θυμιασθείς (κ. με λόγ. χαρ.)
θα θυμιασθής (λόγ.)
θα θυμιαστεί
θα θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα θυμιασθή (λόγ.)
pl.θα θυμιαστούμε
θα θυμιασθούμε (κ. με λόγ. χαρ.)
θα θυμιασθώμεν (λόγ.)
θα θυμιαστείτε
θα θυμιασθείτε (κ. με λόγ. χαρ.)
θα θυμιασθήτε (λόγ.)
θα θυμιαστούν
θα θυμιαστούνε (προφ.)
θα θυμιασθούν (κ. με λόγ. χαρ.)
θα θυμιασθούν (λόγ.)
sg.να θυμιάζομαινα θυμιάζωμαι (λόγ.)
να θυμιάζεσαι
να θυμιάζεται
pl.να θυμιαζόμαστενα θυμιαζώμεθα (λόγ.)
να θυμιάζεστενα θυμιάζεσθε (λόγ.)
να θυμιάζονταινα θυμιάζωνται (λόγ.)
sg.να θυμιαστώ
να θυμιασθώ (κ. με λόγ. χαρ.)
να θυμιασθώ (λόγ.)
να θυμιαστείς
να θυμιασθείς (κ. με λόγ. χαρ.)
να θυμιασθής (λόγ.)
να θυμιαστεί
να θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να θυμιασθή (λόγ.)
pl.να θυμιαστούμε
να θυμιασθούμε (κ. με λόγ. χαρ.)
να θυμιασθώμεν (λόγ.)
να θυμιαστείτε
να θυμιασθείτε (κ. με λόγ. χαρ.)
να θυμιασθήτε (λόγ.)
να θυμιαστούν
να θυμιαστούνε (προφ.)
να θυμιασθούν (κ. με λόγ. χαρ.)
να θυμιασθούν (λόγ.)
sg.να έχω θυμιαστεί
να έχω θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχω θυμιασθή (λόγ.)
να έχεις θυμιαστεί
να έχεις θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχης θυμιασθή (λόγ.)
να έχει θυμιαστεί
να έχει θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχη θυμιασθή (λόγ.)
pl.να έχουμε θυμιαστεί
να έχουμε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχωμεν θυμιασθή (λόγ.)
να έχετε θυμιαστεί
να έχετε θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχετε θυμιασθή (λόγ.)
να έχουν θυμιαστεί
να έχουν θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχουν θυμιασθή (λόγ.)
sg.να είμαι θυμιασμένος
να είσαι θυμιασμένος
να είναι θυμιασμένος
pl.να είμαστε θυμιασμένοι
να είσαστε θυμιασμένοι
να είναι θυμιασμένοι
sg.-
-
-
pl.-
θυμιάζεστεθυμιάζεσθε (λόγ.)
-
sg.-
-
-
pl.-
θυμιαστείτε
θυμιασθείτε (κ. με λόγ. χαρ.)
θυμιασθήτε (λόγ.)
-
θυμιαστεί
θυμιασθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θυμιασθή (λόγ.)
sg.ο θυμιαζόμενος
του θυμιαζόμενουτου θυμιαζομένου (λόγ.)
το θυμιαζόμενοτον θυμιαζόμενον (λόγ.)
θυμιαζόμενε
pl.οι θυμιαζόμενοι
των θυμιαζόμενωντων θυμιαζομένων (λόγ.)
τους θυμιαζόμενουςτους θυμιαζομένους (λόγ.)
θυμιαζόμενοι
sg.η θυμιαζόμενηη θυμιαζομένη (λόγ.)
της θυμιαζόμενηςτης θυμιαζομένης (λόγ.)
τη θυμιαζόμενητην θυμιαζομένη (λόγ.)
την θυμιαζομένην (λογιότ.)
θυμιαζόμενη θυμιαζομένη (λόγ.)
pl.οι θυμιαζόμενεςαι θυμιαζόμεναι (λόγ.)
των θυμιαζόμενωντων θυμιαζομένων (λόγ.)
τις θυμιαζόμενεςτας θυμιαζομένας (λόγ.)
θυμιαζόμενες θυμιαζόμεναι (λόγ.)
sg.το θυμιαζόμενοτο θυμιαζόμενον (λόγ.)
του θυμιαζόμενουτου θυμιαζομένου (λόγ.)
το θυμιαζόμενοτο θυμιαζόμενον (λόγ.)
θυμιαζόμενο θυμιαζόμενον (λόγ.)
pl.τα θυμιαζόμενα
των θυμιαζόμενωντων θυμιαζομένων (λόγ.)
τα θυμιαζόμενα
θυμιαζόμενα
sg.ο θυμιασθείς
του θυμιασθέντος
το θυμιασθέντα
θυμιασθείς
pl.οι θυμιασθέντες
των θυμιασθέντων
τους θυμιασθέντεςτους θυμιασθέντας (λόγ.)
θυμιασθέντες
sg.η θυμιασθείσα
της θυμιασθείσας
της θυμιασθείσης (κ. λόγ.)
τη θυμιασθείσατην θυμιασθείσαν (λόγ.)
θυμιασθείσα
pl.οι θυμιασθείσεςαι θυμιασθείσαι (λόγ.)
των θυμιασθεισών
τις θυμιασθείσεςτας θυμιασθείσας (λόγ.)
θυμιασθείσες θυμιασθείσαι (λόγ.)
sg.το θυμιασθέν
του θυμιασθέντος
το θυμιασθέν
θυμιασθέν
pl.τα θυμιασθέντα
των θυμιασθέντων
τα θυμιασθέντα
θυμιασθέντα
sg.ο θυμιασμένος
του θυμιασμένου
το θυμιασμένο
θυμιασμένε
pl.οι θυμιασμένοι
των θυμιασμένων
τους θυμιασμένους
θυμιασμένοι
sg.η θυμιασμένη
της θυμιασμένης
τη θυμιασμένη
θυμιασμένη
pl.οι θυμιασμένες
των θυμιασμένων
τις θυμιασμένες
θυμιασμένες
sg.το θυμιασμένο
του θυμιασμένου
το θυμιασμένο
θυμιασμένο
pl.τα θυμιασμένα
των θυμιασμένων
τα θυμιασμένα
θυμιασμένα




случайная выборка слов из базы

τσατσά άλεσμα ονειδισμένος πραγματικότητα ώσπου μπινές εξοχότητα υποτονικά απεραντολογία γλύκισμα εκτραχηλισμένος κομπασμός ριζικό γκουρού μόνο μπιενάλε τετραπροπυλένιο ερωμένος γυμνό ενεχυρίαση ούτος ωτασπίδα λάβωμα τμήμα ιτιά Σαβαώθ κομπλιμέντο κανάλι ζούγκλα δωδεκαδακτυλοστομία σπάσιμο φλουρί λωρίδα ναρκωτικός διαβιβαστής κόρδωμα Ακαδημία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве