Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. θολότητα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θολότητα θολότητες
γενική θολότητας θολοτήτων
αιτιατική θολότητα θολότητες
κλητική θολότητα θολότητες




2. θολότης
noun.
sg.η θολότηταη θολότης (λόγ.)
της θολότηταςτης θολότητος (λόγ.)
τη θολότητα
θολότητα θολότης (λόγ.)
pl.οι θολότητες
των θολοτήτων
τις θολότητεςτας θολότητας (λόγ.)
θολότητες



3. θολότητα
noun.
sg.η θολότηταη θολότης (λόγ.)
της θολότηταςτης θολότητος (λόγ.)
τη θολότητα
θολότητα θολότης (λόγ.)
pl.οι θολότητες
των θολοτήτων
τις θολότητεςτας θολότητας (λόγ.)
θολότητες




случайная выборка слов из базы

βρισιά πραξικοπηματικά βόλεμα συνταγολόγιο λειψανδρία Καρπενήσι ασκός τουφέκισμα αναδρομή άδολα πρόσωπον αντηχείο μασέλα αλαλαγμός μεταρρυθμίστρια ποσολογία μπόγιας λατινιστί κλάψιμο σπάργανα ηδυπαθώς επιγκενίδα βράχνα κεφαλοκλείδωμα αρρώστια κυβισμός χεροπόδαρα λουβί εσχάτως αναρτώντας μπαταριά πραγματικότητα προσκυνητής παρελθοντολογία ειδύλλιο μούλα ασέβεια
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве