Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. θολούρα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θολούρα θολούρες
γενική θολούρας
αιτιατική θολούρα θολούρες
κλητική θολούρα θολούρες




2. θολούρα
noun.
sg.η θολούρα
της θολούρας
τη θολούρα
θολούρα
pl.οι θολούρες
-
τις θολούρες
θολούρες




случайная выборка слов из базы

στρύχνος κάγκελο αμφιθαλής όζαινα κανόνισμα δηλητήριο τσίφτης θυροκολλημένος ετερόφωτος αμπάρωμα κουρδικός μεταξουργείο φορολόγηση ντεντέκτιβ γκρουμ ξέστρωμα δαγκάνα ψαλιδωτός μανιά ψαχνός τσουβαλάκι αμακιγιάριστος παστίτσιο τσάγαλο ιεροκήρυκας υποθέτοντας πλυσταριό αλλοτρίωσις τραχεία ανυψωτήρ τσάκωμα ανία τόκος κυνηγητό δαφνόλαδο άβακας παραθυράκι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве