Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. θεριστής

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεριστής θεριστές
γενική θεριστή θεριστών
αιτιατική θεριστή θεριστές
κλητική θεριστή θεριστές




2. Θεριστής
noun.
sg.ο θεριστής
του θεριστήτου θεριστού (λόγ.)
το θεριστήτον θεριστήν (λόγ.)
θεριστή
pl.οι θεριστέςοι θερισταί (λόγ.)
των θεριστών
τους θεριστέςτους θεριστάς (λόγ.)
θεριστές θερισταί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

φουστανελοφόρος τάφος σολομομαρουλοσαλάτα Αναστασία κεφαλιά διώξιμο μοχθηρία ευνομία μεταποιημένα Ίουλος επίβλεψη Μέδουσα τσαρικός βλαμάκι μαμαζέλ εξέχων σκοτείνιασμα συμπόνια Χιλή πορτοκαλεών πυριγενής προβληματισμένος τροτσκιστής στέκα λεπτότητα Ξαβεριώτισσα γουλιανός ενεός ξεβρακωμένος υποκρισία συνένοχος βιογραφία καρβουνάδικο μυδραλιοβόλο νηματουργία οπερατέρ χαρταετός
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве