Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. ζημιά

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζημιά ζημιές
γενική ζημιάς ζημιών
αιτιατική ζημιά ζημιές
κλητική ζημιά ζημιές




2. ζημία
noun.
sg.η ζημία
της ζημίας
τη ζημίατην ζημίαν (λόγ.)
ζημία
pl.οι ζημίεςαι ζημίαι (λόγ.)
των ζημιών
τις ζημίεςτας ζημίας (λόγ.)
ζημίες ζημίαι (λόγ.)



3. ζημιά
noun.
sg.η ζημιά
της ζημιάς
τη ζημιά
ζημιά
pl.οι ζημιές
των ζημιών
τις ζημιές
ζημιές




случайная выборка слов из базы

λοκατζής επικονίαση μεταλλουργός τζόβενο μαγικά γυροπλάνο σουρωτήρι άραγμα διακόπτης πατριά ναφθαλίνιο κακογράφος εκειδά δυσαισθησία βλαβερότητα αριστερόχειρας κλαπατσίμπαλα μπουφόνικος ψαρομανάβικο κάλπης ανεξέλεγκτος μπουζουξής Νοέμβριος θνητότητα αιμορροφιλία χιλιαστής εύθρυπτος χρέωμα ωτοασπίδα αστρονόμος κακοήθεια μονοξείδιον λεωνιδιώτικος βιοθεραπεία ευετηριακός κουτρουβάλα ψόγος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве