Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ζαρίφης

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαρίφης ζαρίφηδες
γενική ζαρίφη ζαρίφηδων
αιτιατική ζαρίφη ζαρίφηδες
κλητική ζαρίφη ζαρίφηδες




2. Ζαρίφης
noun.
sg.ο ζαρίφης
του ζαρίφη
το ζαρίφη
ζαρίφη
pl.οι ζαρίφηδες
των ζαρίφηδων
τους ζαρίφηδες
ζαρίφηδες




случайная выборка слов из базы

Αυγούλα γκέτα συντονίστρια Λέρος μεγαλομανία τετραφθοράφνιο κρυπτογραφία ραντισμένος δυνάμωμα αρμπαρόριζα ψιθυριστής εβδομηνταριά εξόν διένεξη χιονόνερο Μέγαρα αντιμεταρρύθμισις πουλητής διαστρεβλωτής ακάπνιστος φαρμακοποιός νηολόγιο χλοερός ανελευθερία αυθεντία τετραλογία Ασκληπιός θεοδικία ψυχούδι παλιοσκρόφα βακτηρία νομός μορέα οίστρος καλλιτέχνιδα ζενιθικός μουστοβάρελο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве