Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. εφυαλωμένος

sg.εφυαλώνω
εφυαλώνεις
εφυαλώνει
pl.εφυαλώνομε / εφυαλώνουμεεφυαλώνομεν (λόγ.)
εφυαλώνετε
εφυαλώνουν
εφυαλώνουνε (προφ.)
sg.εφυάλωναεφυάλωνον (λόγ.)
εφυάλωνεςεφυάλωνες (λόγ.)
εφυάλωνεεφυάλωνε (λόγ.)
pl.εφυαλώναμεεφυαλώνομεν (λόγ.)
εφυαλώνατεεφυαλώνετε (λόγ.)
εφυάλωναν
εφυαλώναν / εφυαλώνανε (προφ.)
εφυάλωνον (λόγ.)
sg.εφυάλωσαεφυάλωσα (λόγ.)
εφυάλωσεςεφυάλωσας (λόγ.)
εφυάλωσεεφυάλωσε (λόγ.)
pl.εφυαλώσαμεεφυαλώσαμεν (λόγ.)
εφυαλώσατεεφυαλώσατε (λόγ.)
εφυάλωσαν
εφυαλώσαν / εφυαλώσανε (προφ.)
εφυάλωσαν (λόγ.)
sg.έχω εφυαλώσει
έχεις εφυαλώσει
έχει εφυαλώσει
pl.έχουμε εφυαλώσει
έχετε εφυαλώσει
έχουν εφυαλώσει
sg.είχα εφυαλώσει
είχες εφυαλώσει
είχε εφυαλώσει
pl.είχαμε εφυαλώσει
είχατε εφυαλώσει
είχαν εφυαλώσει
sg.θα έχω εφυαλώσει
θα έχεις εφυαλώσει
θα έχει εφυαλώσει
pl.θα έχουμε εφυαλώσει
θα έχετε εφυαλώσει
θα έχουν εφυαλώσει
sg.θα εφυαλώνω
θα εφυαλώνειςθα εφυαλώνης (λόγ.)
θα εφυαλώνειθα εφυαλώνη (λόγ.)
pl.θα εφυαλώνομε / θα εφυαλώνουμεθα εφυαλώνωμεν (λόγ.)
θα εφυαλώνετε
θα εφυαλώνουν
θα εφυαλώνουνε (προφ.)
sg.θα εφυαλώσω
θα εφυαλώσειςθα εφυαλώσης (λόγ.)
θα εφυαλώσειθα εφυαλώση (λόγ.)
pl.θα εφυαλώσομε / θα εφυαλώσουμεθα εφυαλώσωμεν (λόγ.)
θα εφυαλώσετε
θα εφυαλώσουν
θα εφυαλώσουνε (προφ.)
sg.να εφυαλώνω
να εφυαλώνειςνα εφυαλώνης (λόγ.)
να εφυαλώνεινα εφυαλώνη (λόγ.)
pl.να εφυαλώνομε / να εφυαλώνουμενα εφυαλώνωμεν (λόγ.)
να εφυαλώνετε
να εφυαλώνουν
να εφυαλώνουνε (προφ.)
sg.να εφυαλώσω
να εφυαλώσειςνα εφυαλώσης (λόγ.)
να εφυαλώσεινα εφυαλώση (λόγ.)
pl.να εφυαλώσομε / να εφυαλώσουμενα εφυαλώσωμεν (λόγ.)
να εφυαλώσετε
να εφυαλώσουν
να εφυαλώσουνε (προφ.)
sg.να έχω εφυαλώσει
να έχεις εφυαλώσει
να έχει εφυαλώσει
pl.να έχουμε εφυαλώσει
να έχετε εφυαλώσει
να έχουν εφυαλώσει
sg.-
εφυάλωνε
-
pl.-
εφυαλώνετε
-
sg.-
εφυάλωσε
-
pl.-
εφυαλώστε
-
εφυαλώσει
εφυαλώνοντας
sg.ο εφυαλώνων
του εφυαλώνοντος
τον εφυαλώνοντα
εφυαλώνων
pl.οι εφυαλώνοντες
των εφυαλωνόντων
τους εφυαλώνοντεςτους εφυαλώνοντας (λόγ.)
εφυαλώνοντες
sg.η εφυαλώνουσα
της εφυαλώνουσας
της εφυαλωνούσης (κ. λόγ.)
την εφυαλώνουσατην εφυαλώνουσαν (λόγ.)
εφυαλώνουσα
pl.οι εφυαλώνουσεςαι εφυαλώνουσαι (λόγ.)
των εφυαλωνουσών
τις εφυαλώνουσεςτας εφυαλωνούσας (λόγ.)
εφυαλώνουσες εφυαλώνουσαι (λόγ.)
sg.το εφυαλώνον
του εφυαλώνοντος
το εφυαλώνον
εφυαλώνον
pl.τα εφυαλώνοντα
των εφυαλωνόντων
τα εφυαλώνοντα
εφυαλώνοντα
sg.ο εφυαλώσας
του εφυαλώσαντος
τον εφυαλώσαντα
εφυαλώσας
pl.οι εφυαλώσαντες
των εφυαλωσάντων
τους εφυαλώσαντεςτους εφυαλώσαντας (λόγ.)
εφυαλώσαντες
sg.η εφυαλώσασα
της εφυαλώσασας
της εφυαλωσάσης (κ. λόγ.)
την εφυαλώσασατην εφυαλώσασαν (λόγ.)
εφυαλώσασα
pl.οι εφυαλώσασεςαι εφυαλώσασαι (λόγ.)
των εφυαλωσασών
τις εφυαλώσασεςτας εφυαλωσάσας (λόγ.)
εφυαλώσασες εφυαλώσασαι (λόγ.)
sg.το εφυαλώσαν
του εφυαλώσαντος
το εφυαλώσαν
εφυαλώσαν
pl.τα εφυαλώσαντα
των εφυαλωσάντων
τα εφυαλώσαντα
εφυαλώσαντα
sg.εφυαλώνομαι
εφυαλώνεσαι
εφυαλώνεται
pl.εφυαλωνόμαστεεφυαλωνόμεθα (λόγ.)
εφυαλώνεστε
εφυαλωνόσαστε (προφ.)
εφυαλώνεσθε (λόγ.)
εφυαλώνονται
sg.εφυαλωνόμουν
εφυαλωνόμουνα (προφ.)
εφυαλωνόμην (λόγ.)
εφυαλωνόσουν
εφυαλωνόσουνα (προφ.)
εφυαλώνεσο (λόγ.)
εφυαλωνόταν
εφυαλώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εφυαλωνότανε (προφ.)
εφυαλώνετο (λόγ.)
pl.εφυαλωνόμαστε
εφυαλωνόμασταν (προφ.)
εφυαλωνόμεθα (λόγ.)
εφυαλωνόσαστε
εφυαλωνόσασταν (προφ.)
εφυαλώνεσθε (λόγ.)
εφυαλώνονταν
εφυαλώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εφυαλωνόντανε / εφυαλωνόντουσαν (προφ.)
εφυαλώνοντο (λόγ.)
sg.εφυαλώθηκαεφυαλώθην (λόγ.)
εφυαλώθηκεςεφυαλώθης (λόγ.)
εφυαλώθηκε
εφυαλώθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εφυαλώθη (λόγ.)
pl.εφυαλωθήκαμεεφυαλώθημεν (λόγ.)
εφυαλωθήκατεεφυαλώθητε (λόγ.)
εφυαλώθηκαν
εφυαλώθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εφυαλώθησαν (λόγ.)
sg.έχω εφυαλωθείέχω εφυαλωθή (λόγ.)
έχεις εφυαλωθείέχεις εφυαλωθή (λόγ.)
έχει εφυαλωθείέχει εφυαλωθή (λόγ.)
pl.έχουμε εφυαλωθείέχουμε εφυαλωθή (λόγ.)
έχετε εφυαλωθείέχετε εφυαλωθή (λόγ.)
έχουν εφυαλωθείέχουν εφυαλωθή (λόγ.)
sg.είμαι εφυαλωμένος
είσαι εφυαλωμένος
είναι εφυαλωμένος
pl.είμαστε εφυαλωμένοι
είσαστε εφυαλωμένοι
είναι εφυαλωμένοι
sg.είχα εφυαλωθείείχα εφυαλωθή (λόγ.)
είχες εφυαλωθείείχες εφυαλωθή (λόγ.)
είχε εφυαλωθείείχε εφυαλωθή (λόγ.)
pl.είχαμε εφυαλωθείείχαμε εφυαλωθή (λόγ.)
είχατε εφυαλωθείείχατε εφυαλωθή (λόγ.)
είχαν εφυαλωθείείχαν εφυαλωθή (λόγ.)
sg.ήμουν εφυαλωμένος
ήσουν εφυαλωμένος
ήταν εφυαλωμένος
pl.ήμασταν εφυαλωμένοι
ήσασταν εφυαλωμένοι
ήταν εφυαλωμένοι
sg.θα έχω εφυαλωθείθα έχω εφυαλωθή (λόγ.)
θα έχεις εφυαλωθείθα έχης εφυαλωθή (λόγ.)
θα έχει εφυαλωθείθα έχη εφυαλωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε εφυαλωθείθα έχωμεν εφυαλωθή (λόγ.)
θα έχετε εφυαλωθείθα έχετε εφυαλωθή (λόγ.)
θα έχουν εφυαλωθείθα έχουν εφυαλωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι εφυαλωμένος
θα είσαι εφυαλωμένος
θα είναι εφυαλωμένος
pl.θα είμαστε εφυαλωμένοι
θα είσαστε εφυαλωμένοι
θα είναι εφυαλωμένοι
sg.θα εφυαλώνομαιθα εφυαλώνωμαι (λόγ.)
θα εφυαλώνεσαι
θα εφυαλώνεται
pl.θα εφυαλωνόμαστεθα εφυαλωνώμεθα (λόγ.)
θα εφυαλώνεστε
θα εφυαλωνόσαστε (προφ.)
θα εφυαλώνεσθε (λόγ.)
θα εφυαλώνονταιθα εφυαλώνωνται (λόγ.)
sg.θα εφυαλωθώθα εφυαλωθώ (λόγ.)
θα εφυαλωθείςθα εφυαλωθής (λόγ.)
θα εφυαλωθείθα εφυαλωθή (λόγ.)
pl.θα εφυαλωθούμεθα εφυαλωθώμεν (λόγ.)
θα εφυαλωθείτεθα εφυαλωθήτε (λόγ.)
θα εφυαλωθούνθα εφυαλωθούν (λόγ.)
sg.να εφυαλώνομαινα εφυαλώνωμαι (λόγ.)
να εφυαλώνεσαι
να εφυαλώνεται
pl.να εφυαλωνόμαστενα εφυαλωνώμεθα (λόγ.)
να εφυαλώνεστε
να εφυαλωνόσαστε (προφ.)
να εφυαλώνεσθε (λόγ.)
να εφυαλώνονταινα εφυαλώνωνται (λόγ.)
sg.να εφυαλωθώνα εφυαλωθώ (λόγ.)
να εφυαλωθείςνα εφυαλωθής (λόγ.)
να εφυαλωθείνα εφυαλωθή (λόγ.)
pl.να εφυαλωθούμενα εφυαλωθώμεν (λόγ.)
να εφυαλωθείτενα εφυαλωθήτε (λόγ.)
να εφυαλωθούννα εφυαλωθούν (λόγ.)
sg.να έχω εφυαλωθείνα έχω εφυαλωθή (λόγ.)
να έχεις εφυαλωθείνα έχης εφυαλωθή (λόγ.)
να έχει εφυαλωθείνα έχη εφυαλωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε εφυαλωθείνα έχωμεν εφυαλωθή (λόγ.)
να έχετε εφυαλωθείνα έχετε εφυαλωθή (λόγ.)
να έχουν εφυαλωθείνα έχουν εφυαλωθή (λόγ.)
sg.να είμαι εφυαλωμένος
να είσαι εφυαλωμένος
να είναι εφυαλωμένος
pl.να είμαστε εφυαλωμένοι
να είσαστε εφυαλωμένοι
να είναι εφυαλωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
εφυαλώνεστεεφυαλώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
-
-
pl.-
εφυαλωθείτεεφυαλωθήτε (λόγ.)
-
εφυαλωθεί εφυαλωθή (λόγ.)
sg.ο εφυαλωθείς
του εφυαλωθέντος
τον εφυαλωθέντα
εφυαλωθείς
pl.οι εφυαλωθέντες
των εφυαλωθέντων
τους εφυαλωθέντεςτους εφυαλωθέντας (λόγ.)
εφυαλωθέντες
sg.η εφυαλωθείσα
της εφυαλωθείσας
της εφυαλωθείσης (κ. λόγ.)
την εφυαλωθείσατην εφυαλωθείσαν (λόγ.)
εφυαλωθείσα
pl.οι εφυαλωθείσεςαι εφυαλωθείσαι (λόγ.)
των εφυαλωθεισών
τις εφυαλωθείσεςτας εφυαλωθείσας (λόγ.)
εφυαλωθείσες εφυαλωθείσαι (λόγ.)
sg.το εφυαλωθέν
του εφυαλωθέντος
το εφυαλωθέν
εφυαλωθέν
pl.τα εφυαλωθέντα
των εφυαλωθέντων
τα εφυαλωθέντα
εφυαλωθέντα
sg.ο εφυαλωμένος
του εφυαλωμένου
τον εφυαλωμένο
εφυαλωμένε
pl.οι εφυαλωμένοι
των εφυαλωμένων
τους εφυαλωμένους
εφυαλωμένοι
sg.η εφυαλωμένη
της εφυαλωμένης
την εφυαλωμένη
εφυαλωμένη
pl.οι εφυαλωμένες
των εφυαλωμένων
τις εφυαλωμένες
εφυαλωμένες
sg.το εφυαλωμένο
του εφυαλωμένου
το εφυαλωμένο
εφυαλωμένο
pl.τα εφυαλωμένα
των εφυαλωμένων
τα εφυαλωμένα
εφυαλωμένα




случайная выборка слов из базы

ποδηλατοδρόμιο άρτια προσωπικώς ορειβασία ειδημοσύνη δανακιώτικος άδικα υπεζωκώς φρόνηση είρωνας αποθεραπεία κριτικά αραχνιασμένος ευρεσιτεχνία παράμετρος θέμα Αθηναίος δημοτικίστρια μυρμήγκι περιπεπλεγμένη ραφή σκίουρος εντολοδότρια επινοήτρια Αϊνστάιν που Ρώσος συκοφάντρια σκεπαρνιά επικόπανο ξεμάλλιασμα ψαρευτική ζωστήρα κατάταξις ενδογαμία ξεθάρρεμα κουρσεμένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве