Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ευδαιμονία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευδαιμονία ευδαιμονίες
γενική ευδαιμονίας ευδαιμονιών
αιτιατική ευδαιμονία ευδαιμονίες
κλητική ευδαιμονία ευδαιμονίες




2. ευδαιμονία
noun.
sg.η ευδαιμονία
της ευδαιμονίας
την ευδαιμονίατην ευδαιμονίαν (λόγ.)
ευδαιμονία
pl.οι ευδαιμονίεςαι ευδαιμονίαι (λόγ.)
των ευδαιμονιών
τις ευδαιμονίεςτας ευδαιμονίας (λόγ.)
ευδαιμονίες ευδαιμονίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

επωασμένος οδοδείκτης μυδοκαλλιεργητής αναβάθμιση καλαμπακιώτικος αλυτάρχης ναυτολογία σωσμός παντοκράτωρ κομματικοποίηση αβυσσοβενθικός ζετέ παραστάδα μεγεθυμένος παραδοχή αρκούδα έβενος μεσόθυρον χελωνίτσα παντεσπάνι άρια αφαιρέτης ελαφράδα δαρμένος θήλαστρον Αβραάμ μποναμάς ξινόγαλα βελονάκι ο χηνάκι δυστυχία ανίερα αλτήρας ατσάλωμα αποτρελαμένος αναφαίρετα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве