Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ερμάρι
noun.
sg.το αρμάρι / ερμάριτο ερμάριον (λόγ.)
του αρμαριού / ερμαριούτου ερμαρίου (λόγ.)
το αρμάρι / ερμάριτο ερμάριον (λόγ.)
αρμάρι / ερμάρι ερμάριον (λόγ.)
pl.τα αρμάρια / ερμάρια
των αρμαριών / ερμαριώντων ερμαρίων (λόγ.)
τα αρμάρια / ερμάρια
αρμάρια / ερμάρια




случайная выборка слов из базы

ασήμωμα πιπιλώντας συγκατάβασις αυτόγραφο επίγνωσις φαρίνα κοινοτυπία οπλοπωλείο καλμάρισμα μυγοσκοτώστρα στερεομετρία ανιψιός στόμιο καθέλκυση εξουσιοδοτημένος βαλς ορογραφία μπαταξού χωριατιά καλολογικά δικαστήριο κήρυγμα απόγραφον απαρχής σκάλωμα πελάτισσα ξερόκλαδο πουριτανισμός μορμόνος επιμελητεία αλευτέρωτος άθλο νοσταλγικά τσαμπί ταυτοπροσωπία ισοβίτισσα νυστεριά
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве