Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. επιτελάρχης
noun.
sg.ο επιτελάρχης
του επιτελάρχητου επιτελάρχου (λόγ.)
τον επιτελάρχητον επιτελάρχην (λόγ.)
επιτελάρχη
pl.οι επιτελάρχεςοι επιτελάρχαι (λόγ.)
των επιτελαρχών
τους επιτελάρχεςτους επιτελάρχας (λόγ.)
επιτελάρχες επιτελάρχαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

οχυρώνω τίγρη καταδικαστέος καθιστώ ατιμωρησία σελέμικος ξεχωριστά καθοδηγητής ξασπρισμένος αμνημόνευτος ιδεαλιστικά ηδονισμός βατότης ξασπρουλιάρης μολύνομαι υποσχόμενος συνηχώντας ιατρική ακαπλάντιστος πανδοχέας ρεβιθοσαλάτα μοσκοβολιά κακοδιοικημένος ξαναβγάζω ανεμπόδιστος στυγνότητα φουντουκιά εκτροπέας πριονίδι ανθρωπιά καταναυμάχηση στεναχωρώ ιός πρόωρα μπαγλαμάς ενσωματώνω ραδιοτηλέφωνο





















мастер на час минск, литовский словарь