Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. επιδεινώνοντας

sg.επιδεινώνω
επιδεινώνεις
επιδεινώνει
pl.επιδεινώνομε / επιδεινώνουμεεπιδεινώνομεν (λόγ.)
επιδεινώνετε
επιδεινώνουν
επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.επιδείνωναεπεδείνωνον (λόγ.)
επιδείνωνεςεπεδείνωνες (λόγ.)
επιδείνωνεεπεδείνωνε (λόγ.)
pl.επιδεινώναμεεπεδεινώνομεν (λόγ.)
επιδεινώνατεεπεδεινώνετε (λόγ.)
επιδείνωναν
επιδεινώναν / επιδεινώνανε (προφ.)
επεδείνωνον (λόγ.)
sg.επιδείνωσαεπεδείνωσα (λόγ.)
επιδείνωσεςεπεδείνωσας (λόγ.)
επιδείνωσεεπεδείνωσε (λόγ.)
pl.επιδεινώσαμεεπεδεινώσαμεν (λόγ.)
επιδεινώσατεεπεδεινώσατε (λόγ.)
επιδείνωσαν
επιδεινώσαν / επιδεινώσανε (προφ.)
επεδείνωσαν (λόγ.)
sg.έχω επιδεινώσει
έχεις επιδεινώσει
έχει επιδεινώσει
pl.έχουμε επιδεινώσει
έχετε επιδεινώσει
έχουν επιδεινώσει
sg.είχα επιδεινώσει
είχες επιδεινώσει
είχε επιδεινώσει
pl.είχαμε επιδεινώσει
είχατε επιδεινώσει
είχαν επιδεινώσει
sg.θα έχω επιδεινώσει
θα έχεις επιδεινώσει
θα έχει επιδεινώσει
pl.θα έχουμε επιδεινώσει
θα έχετε επιδεινώσει
θα έχουν επιδεινώσει
sg.θα επιδεινώνω
θα επιδεινώνειςθα επιδεινώνης (λόγ.)
θα επιδεινώνειθα επιδεινώνη (λόγ.)
pl.θα επιδεινώνομε / θα επιδεινώνουμεθα επιδεινώνωμεν (λόγ.)
θα επιδεινώνετε
θα επιδεινώνουν
θα επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.θα επιδεινώσω
θα επιδεινώσειςθα επιδεινώσης (λόγ.)
θα επιδεινώσειθα επιδεινώση (λόγ.)
pl.θα επιδεινώσομε / θα επιδεινώσουμεθα επιδεινώσωμεν (λόγ.)
θα επιδεινώσετε
θα επιδεινώσουν
θα επιδεινώσουνε (προφ.)
sg.να επιδεινώνω
να επιδεινώνειςνα επιδεινώνης (λόγ.)
να επιδεινώνεινα επιδεινώνη (λόγ.)
pl.να επιδεινώνομε / να επιδεινώνουμενα επιδεινώνωμεν (λόγ.)
να επιδεινώνετε
να επιδεινώνουν
να επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.να επιδεινώσω
να επιδεινώσειςνα επιδεινώσης (λόγ.)
να επιδεινώσεινα επιδεινώση (λόγ.)
pl.να επιδεινώσομε / να επιδεινώσουμενα επιδεινώσωμεν (λόγ.)
να επιδεινώσετε
να επιδεινώσουν
να επιδεινώσουνε (προφ.)
sg.να έχω επιδεινώσει
να έχεις επιδεινώσει
να έχει επιδεινώσει
pl.να έχουμε επιδεινώσει
να έχετε επιδεινώσει
να έχουν επιδεινώσει
sg.-
επιδείνωνε
-
pl.-
επιδεινώνετε
-
sg.-
επιδείνωσε
-
pl.-
επιδεινώστεεπιδεινώσατε (λόγ.)
-
επιδεινώσει
επιδεινώνοντας
sg.ο επιδεινώνων
του επιδεινώνοντος
τον επιδεινώνοντα
επιδεινώνων
pl.οι επιδεινώνοντες
των επιδεινωνόντων
τους επιδεινώνοντεςτους επιδεινώνοντας (λόγ.)
επιδεινώνοντες
sg.η επιδεινώνουσα
της επιδεινώνουσας
της επιδεινωνούσης (κ. λόγ.)
την επιδεινώνουσατην επιδεινώνουσαν (λόγ.)
επιδεινώνουσα
pl.οι επιδεινώνουσεςαι επιδεινώνουσαι (λόγ.)
των επιδεινωνουσών
τις επιδεινώνουσεςτας επιδεινωνούσας (λόγ.)
επιδεινώνουσες επιδεινώνουσαι (λόγ.)
sg.το επιδεινώνον
του επιδεινώνοντος
το επιδεινώνον
επιδεινώνον
pl.τα επιδεινώνοντα
των επιδεινωνόντων
τα επιδεινώνοντα
επιδεινώνοντα
sg.ο επιδεινώσας
του επιδεινώσαντος
τον επιδεινώσαντα
επιδεινώσας
pl.οι επιδεινώσαντες
των επιδεινωσάντων
τους επιδεινώσαντεςτους επιδεινώσαντας (λόγ.)
επιδεινώσαντες
sg.η επιδεινώσασα
της επιδεινώσασας
της επιδεινωσάσης (κ. λόγ.)
την επιδεινώσασατην επιδεινώσασαν (λόγ.)
επιδεινώσασα
pl.οι επιδεινώσασεςαι επιδεινώσασαι (λόγ.)
των επιδεινωσασών
τις επιδεινώσασεςτας επιδεινωσάσας (λόγ.)
επιδεινώσασες επιδεινώσασαι (λόγ.)
sg.το επιδεινώσαν
του επιδεινώσαντος
το επιδεινώσαν
επιδεινώσαν
pl.τα επιδεινώσαντα
των επιδεινωσάντων
τα επιδεινώσαντα
επιδεινώσαντα
sg.επιδεινώνομαι
επιδεινώνεσαι
επιδεινούται / επιδεινώνεται
pl.επιδεινωνόμαστεεπιδεινωνόμεθα (λόγ.)
επιδεινώνεστεεπιδεινώνεσθε (λόγ.)
επιδεινώνονται
sg.επιδεινωνόμουνεπεδεινωνόμην (λόγ.)
επιδεινωνόσουνεπεδεινώνεσο (λόγ.)
επιδεινωνόταν
επιδεινώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώνετο (λόγ.)
pl.επιδεινωνόμαστεεπεδεινωνόμεθα (λόγ.)
επιδεινωνόσαστεεπεδεινώνεσθε (λόγ.)
επιδεινώνονταν
επιδεινώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώνοντο (λόγ.)
sg.επιδεινώθηκαεπεδεινώθην (λόγ.)
επιδεινώθηκεςεπεδεινώθης (λόγ.)
επιδεινώθηκε
επιδεινώθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώθη (λόγ.)
pl.επιδεινωθήκαμεεπεδεινώθημεν (λόγ.)
επιδεινωθήκατεεπεδεινώθητε (λόγ.)
επιδεινώθηκαν
επιδεινώθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επιδεινωθήκαν / επιδεινωθήκανε (προφ.)
επεδεινώθησαν (λόγ.)
sg.έχω επιδεινωθείέχω επιδεινωθή (λόγ.)
έχεις επιδεινωθείέχεις επιδεινωθή (λόγ.)
έχει επιδεινωθείέχει επιδεινωθή (λόγ.)
pl.έχουμε επιδεινωθείέχουμε επιδεινωθή (λόγ.)
έχετε επιδεινωθείέχετε επιδεινωθή (λόγ.)
έχουν επιδεινωθείέχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.είμαι επιδεινωμένος
είσαι επιδεινωμένος
είναι επιδεινωμένος
pl.είμαστε επιδεινωμένοι
είσαστε επιδεινωμένοι
είναι επιδεινωμένοι
sg.είχα επιδεινωθείείχα επιδεινωθή (λόγ.)
είχες επιδεινωθείείχες επιδεινωθή (λόγ.)
είχε επιδεινωθείείχε επιδεινωθή (λόγ.)
pl.είχαμε επιδεινωθείείχαμε επιδεινωθή (λόγ.)
είχατε επιδεινωθείείχατε επιδεινωθή (λόγ.)
είχαν επιδεινωθείείχαν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.ήμουν επιδεινωμένος
ήσουν επιδεινωμένος
ήταν επιδεινωμένος
pl.ήμασταν επιδεινωμένοι
ήσασταν επιδεινωμένοι
ήταν επιδεινωμένοι
sg.θα έχω επιδεινωθείθα έχω επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχεις επιδεινωθείθα έχης επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχει επιδεινωθείθα έχη επιδεινωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε επιδεινωθείθα έχωμεν επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχετε επιδεινωθείθα έχετε επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχουν επιδεινωθείθα έχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι επιδεινωμένος
θα είσαι επιδεινωμένος
θα είναι επιδεινωμένος
pl.θα είμαστε επιδεινωμένοι
θα είσαστε επιδεινωμένοι
θα είναι επιδεινωμένοι
sg.θα επιδεινώνομαιθα επιδεινώνωμαι (λόγ.)
θα επιδεινώνεσαι
θα επιδεινώνεται
pl.θα επιδεινωνόμαστεθα επιδεινωνώμεθα (λόγ.)
θα επιδεινώνεστεθα επιδεινώνεσθε (λόγ.)
θα επιδεινώνονταιθα επιδεινώνωνται (λόγ.)
sg.θα επιδεινωθώθα επιδεινωθώ (λόγ.)
θα επιδεινωθείςθα επιδεινωθής (λόγ.)
θα επιδεινωθείθα επιδεινωθή (λόγ.)
pl.θα επιδεινωθούμεθα επιδεινωθώμεν (λόγ.)
θα επιδεινωθείτεθα επιδεινωθήτε (λόγ.)
θα επιδεινωθούν
θα επιδεινωθούνε (προφ.)
θα επιδεινωθούν (λόγ.)
sg.να επιδεινώνομαινα επιδεινώνωμαι (λόγ.)
να επιδεινώνεσαι
να επιδεινώνεται
pl.να επιδεινωνόμαστενα επιδεινωνώμεθα (λόγ.)
να επιδεινώνεστενα επιδεινώνεσθε (λόγ.)
να επιδεινώνονταινα επιδεινώνωνται (λόγ.)
sg.να επιδεινωθώνα επιδεινωθώ (λόγ.)
να επιδεινωθείςνα επιδεινωθής (λόγ.)
να επιδεινωθείνα επιδεινωθή (λόγ.)
pl.να επιδεινωθούμενα επιδεινωθώμεν (λόγ.)
να επιδεινωθείτενα επιδεινωθήτε (λόγ.)
να επιδεινωθούν
να επιδεινωθούνε (προφ.)
να επιδεινωθούν (λόγ.)
sg.να έχω επιδεινωθείνα έχω επιδεινωθή (λόγ.)
να έχεις επιδεινωθείνα έχης επιδεινωθή (λόγ.)
να έχει επιδεινωθείνα έχη επιδεινωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε επιδεινωθείνα έχωμεν επιδεινωθή (λόγ.)
να έχετε επιδεινωθείνα έχετε επιδεινωθή (λόγ.)
να έχουν επιδεινωθείνα έχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.να είμαι επιδεινωμένος
να είσαι επιδεινωμένος
να είναι επιδεινωμένος
pl.να είμαστε επιδεινωμένοι
να είσαστε επιδεινωμένοι
να είναι επιδεινωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
επιδεινώνεστεεπιδεινώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
-
-
pl.-
επιδεινωθείτεεπιδεινωθήτε (λόγ.)
-
επιδεινωθεί επιδεινωθή (λόγ.)
sg.ο επιδεινούμενος
του επιδεινούμενουτου επιδεινουμένου (λόγ.)
τον επιδεινούμενοτον επιδεινούμενον (λόγ.)
επιδεινούμενε
pl.οι επιδεινούμενοι
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τους επιδεινούμενουςτους επιδεινουμένους (λόγ.)
επιδεινούμενοι
sg.η επιδεινούμενηη επιδεινουμένη (λόγ.)
της επιδεινούμενηςτης επιδεινουμένης (λόγ.)
την επιδεινούμενητην επιδεινουμένη (λόγ.)
την επιδεινουμένην (λογιότ.)
επιδεινούμενη επιδεινουμένη (λόγ.)
pl.οι επιδεινούμενεςαι επιδεινούμεναι (λόγ.)
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τις επιδεινούμενεςτας επιδεινουμένας (λόγ.)
επιδεινούμενες επιδεινούμεναι (λόγ.)
sg.το επιδεινούμενοτο επιδεινούμενον (λόγ.)
του επιδεινούμενουτου επιδεινουμένου (λόγ.)
το επιδεινούμενοτο επιδεινούμενον (λόγ.)
επιδεινούμενο επιδεινούμενον (λόγ.)
pl.τα επιδεινούμενα
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τα επιδεινούμενα
επιδεινούμενα
sg.ο επιδεινωθείς
του επιδεινωθέντος
τον επιδεινωθέντα
επιδεινωθείς
pl.οι επιδεινωθέντες
των επιδεινωθέντων
τους επιδεινωθέντεςτους επιδεινωθέντας (λόγ.)
επιδεινωθέντες
sg.η επιδεινωθείσα
της επιδεινωθείσας
της επιδεινωθείσης (κ. λόγ.)
την επιδεινωθείσατην επιδεινωθείσαν (λόγ.)
επιδεινωθείσα
pl.οι επιδεινωθείσεςαι επιδεινωθείσαι (λόγ.)
των επιδεινωθεισών
τις επιδεινωθείσεςτας επιδεινωθείσας (λόγ.)
επιδεινωθείσες επιδεινωθείσαι (λόγ.)
sg.το επιδεινωθέν
του επιδεινωθέντος
το επιδεινωθέν
επιδεινωθέν
pl.τα επιδεινωθέντα
των επιδεινωθέντων
τα επιδεινωθέντα
επιδεινωθέντα
sg.ο επιδεινωμένος
του επιδεινωμένου
τον επιδεινωμένο
επιδεινωμένε
pl.οι επιδεινωμένοι
των επιδεινωμένων
τους επιδεινωμένους
επιδεινωμένοι
sg.η επιδεινωμένη
της επιδεινωμένης
την επιδεινωμένη
επιδεινωμένη
pl.οι επιδεινωμένες
των επιδεινωμένων
τις επιδεινωμένες
επιδεινωμένες
sg.το επιδεινωμένο
του επιδεινωμένου
το επιδεινωμένο
επιδεινωμένο
pl.τα επιδεινωμένα
των επιδεινωμένων
τα επιδεινωμένα
επιδεινωμένα



2. επιδεινούμενος

sg.επιδεινώνω
επιδεινώνεις
επιδεινώνει
pl.επιδεινώνομε / επιδεινώνουμεεπιδεινώνομεν (λόγ.)
επιδεινώνετε
επιδεινώνουν
επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.επιδείνωναεπεδείνωνον (λόγ.)
επιδείνωνεςεπεδείνωνες (λόγ.)
επιδείνωνεεπεδείνωνε (λόγ.)
pl.επιδεινώναμεεπεδεινώνομεν (λόγ.)
επιδεινώνατεεπεδεινώνετε (λόγ.)
επιδείνωναν
επιδεινώναν / επιδεινώνανε (προφ.)
επεδείνωνον (λόγ.)
sg.επιδείνωσαεπεδείνωσα (λόγ.)
επιδείνωσεςεπεδείνωσας (λόγ.)
επιδείνωσεεπεδείνωσε (λόγ.)
pl.επιδεινώσαμεεπεδεινώσαμεν (λόγ.)
επιδεινώσατεεπεδεινώσατε (λόγ.)
επιδείνωσαν
επιδεινώσαν / επιδεινώσανε (προφ.)
επεδείνωσαν (λόγ.)
sg.έχω επιδεινώσει
έχεις επιδεινώσει
έχει επιδεινώσει
pl.έχουμε επιδεινώσει
έχετε επιδεινώσει
έχουν επιδεινώσει
sg.είχα επιδεινώσει
είχες επιδεινώσει
είχε επιδεινώσει
pl.είχαμε επιδεινώσει
είχατε επιδεινώσει
είχαν επιδεινώσει
sg.θα έχω επιδεινώσει
θα έχεις επιδεινώσει
θα έχει επιδεινώσει
pl.θα έχουμε επιδεινώσει
θα έχετε επιδεινώσει
θα έχουν επιδεινώσει
sg.θα επιδεινώνω
θα επιδεινώνειςθα επιδεινώνης (λόγ.)
θα επιδεινώνειθα επιδεινώνη (λόγ.)
pl.θα επιδεινώνομε / θα επιδεινώνουμεθα επιδεινώνωμεν (λόγ.)
θα επιδεινώνετε
θα επιδεινώνουν
θα επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.θα επιδεινώσω
θα επιδεινώσειςθα επιδεινώσης (λόγ.)
θα επιδεινώσειθα επιδεινώση (λόγ.)
pl.θα επιδεινώσομε / θα επιδεινώσουμεθα επιδεινώσωμεν (λόγ.)
θα επιδεινώσετε
θα επιδεινώσουν
θα επιδεινώσουνε (προφ.)
sg.να επιδεινώνω
να επιδεινώνειςνα επιδεινώνης (λόγ.)
να επιδεινώνεινα επιδεινώνη (λόγ.)
pl.να επιδεινώνομε / να επιδεινώνουμενα επιδεινώνωμεν (λόγ.)
να επιδεινώνετε
να επιδεινώνουν
να επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.να επιδεινώσω
να επιδεινώσειςνα επιδεινώσης (λόγ.)
να επιδεινώσεινα επιδεινώση (λόγ.)
pl.να επιδεινώσομε / να επιδεινώσουμενα επιδεινώσωμεν (λόγ.)
να επιδεινώσετε
να επιδεινώσουν
να επιδεινώσουνε (προφ.)
sg.να έχω επιδεινώσει
να έχεις επιδεινώσει
να έχει επιδεινώσει
pl.να έχουμε επιδεινώσει
να έχετε επιδεινώσει
να έχουν επιδεινώσει
sg.-
επιδείνωνε
-
pl.-
επιδεινώνετε
-
sg.-
επιδείνωσε
-
pl.-
επιδεινώστεεπιδεινώσατε (λόγ.)
-
επιδεινώσει
επιδεινώνοντας
sg.ο επιδεινώνων
του επιδεινώνοντος
τον επιδεινώνοντα
επιδεινώνων
pl.οι επιδεινώνοντες
των επιδεινωνόντων
τους επιδεινώνοντεςτους επιδεινώνοντας (λόγ.)
επιδεινώνοντες
sg.η επιδεινώνουσα
της επιδεινώνουσας
της επιδεινωνούσης (κ. λόγ.)
την επιδεινώνουσατην επιδεινώνουσαν (λόγ.)
επιδεινώνουσα
pl.οι επιδεινώνουσεςαι επιδεινώνουσαι (λόγ.)
των επιδεινωνουσών
τις επιδεινώνουσεςτας επιδεινωνούσας (λόγ.)
επιδεινώνουσες επιδεινώνουσαι (λόγ.)
sg.το επιδεινώνον
του επιδεινώνοντος
το επιδεινώνον
επιδεινώνον
pl.τα επιδεινώνοντα
των επιδεινωνόντων
τα επιδεινώνοντα
επιδεινώνοντα
sg.ο επιδεινώσας
του επιδεινώσαντος
τον επιδεινώσαντα
επιδεινώσας
pl.οι επιδεινώσαντες
των επιδεινωσάντων
τους επιδεινώσαντεςτους επιδεινώσαντας (λόγ.)
επιδεινώσαντες
sg.η επιδεινώσασα
της επιδεινώσασας
της επιδεινωσάσης (κ. λόγ.)
την επιδεινώσασατην επιδεινώσασαν (λόγ.)
επιδεινώσασα
pl.οι επιδεινώσασεςαι επιδεινώσασαι (λόγ.)
των επιδεινωσασών
τις επιδεινώσασεςτας επιδεινωσάσας (λόγ.)
επιδεινώσασες επιδεινώσασαι (λόγ.)
sg.το επιδεινώσαν
του επιδεινώσαντος
το επιδεινώσαν
επιδεινώσαν
pl.τα επιδεινώσαντα
των επιδεινωσάντων
τα επιδεινώσαντα
επιδεινώσαντα
sg.επιδεινώνομαι
επιδεινώνεσαι
επιδεινούται / επιδεινώνεται
pl.επιδεινωνόμαστεεπιδεινωνόμεθα (λόγ.)
επιδεινώνεστεεπιδεινώνεσθε (λόγ.)
επιδεινώνονται
sg.επιδεινωνόμουνεπεδεινωνόμην (λόγ.)
επιδεινωνόσουνεπεδεινώνεσο (λόγ.)
επιδεινωνόταν
επιδεινώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώνετο (λόγ.)
pl.επιδεινωνόμαστεεπεδεινωνόμεθα (λόγ.)
επιδεινωνόσαστεεπεδεινώνεσθε (λόγ.)
επιδεινώνονταν
επιδεινώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώνοντο (λόγ.)
sg.επιδεινώθηκαεπεδεινώθην (λόγ.)
επιδεινώθηκεςεπεδεινώθης (λόγ.)
επιδεινώθηκε
επιδεινώθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώθη (λόγ.)
pl.επιδεινωθήκαμεεπεδεινώθημεν (λόγ.)
επιδεινωθήκατεεπεδεινώθητε (λόγ.)
επιδεινώθηκαν
επιδεινώθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επιδεινωθήκαν / επιδεινωθήκανε (προφ.)
επεδεινώθησαν (λόγ.)
sg.έχω επιδεινωθείέχω επιδεινωθή (λόγ.)
έχεις επιδεινωθείέχεις επιδεινωθή (λόγ.)
έχει επιδεινωθείέχει επιδεινωθή (λόγ.)
pl.έχουμε επιδεινωθείέχουμε επιδεινωθή (λόγ.)
έχετε επιδεινωθείέχετε επιδεινωθή (λόγ.)
έχουν επιδεινωθείέχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.είμαι επιδεινωμένος
είσαι επιδεινωμένος
είναι επιδεινωμένος
pl.είμαστε επιδεινωμένοι
είσαστε επιδεινωμένοι
είναι επιδεινωμένοι
sg.είχα επιδεινωθείείχα επιδεινωθή (λόγ.)
είχες επιδεινωθείείχες επιδεινωθή (λόγ.)
είχε επιδεινωθείείχε επιδεινωθή (λόγ.)
pl.είχαμε επιδεινωθείείχαμε επιδεινωθή (λόγ.)
είχατε επιδεινωθείείχατε επιδεινωθή (λόγ.)
είχαν επιδεινωθείείχαν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.ήμουν επιδεινωμένος
ήσουν επιδεινωμένος
ήταν επιδεινωμένος
pl.ήμασταν επιδεινωμένοι
ήσασταν επιδεινωμένοι
ήταν επιδεινωμένοι
sg.θα έχω επιδεινωθείθα έχω επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχεις επιδεινωθείθα έχης επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχει επιδεινωθείθα έχη επιδεινωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε επιδεινωθείθα έχωμεν επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχετε επιδεινωθείθα έχετε επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχουν επιδεινωθείθα έχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι επιδεινωμένος
θα είσαι επιδεινωμένος
θα είναι επιδεινωμένος
pl.θα είμαστε επιδεινωμένοι
θα είσαστε επιδεινωμένοι
θα είναι επιδεινωμένοι
sg.θα επιδεινώνομαιθα επιδεινώνωμαι (λόγ.)
θα επιδεινώνεσαι
θα επιδεινώνεται
pl.θα επιδεινωνόμαστεθα επιδεινωνώμεθα (λόγ.)
θα επιδεινώνεστεθα επιδεινώνεσθε (λόγ.)
θα επιδεινώνονταιθα επιδεινώνωνται (λόγ.)
sg.θα επιδεινωθώθα επιδεινωθώ (λόγ.)
θα επιδεινωθείςθα επιδεινωθής (λόγ.)
θα επιδεινωθείθα επιδεινωθή (λόγ.)
pl.θα επιδεινωθούμεθα επιδεινωθώμεν (λόγ.)
θα επιδεινωθείτεθα επιδεινωθήτε (λόγ.)
θα επιδεινωθούν
θα επιδεινωθούνε (προφ.)
θα επιδεινωθούν (λόγ.)
sg.να επιδεινώνομαινα επιδεινώνωμαι (λόγ.)
να επιδεινώνεσαι
να επιδεινώνεται
pl.να επιδεινωνόμαστενα επιδεινωνώμεθα (λόγ.)
να επιδεινώνεστενα επιδεινώνεσθε (λόγ.)
να επιδεινώνονταινα επιδεινώνωνται (λόγ.)
sg.να επιδεινωθώνα επιδεινωθώ (λόγ.)
να επιδεινωθείςνα επιδεινωθής (λόγ.)
να επιδεινωθείνα επιδεινωθή (λόγ.)
pl.να επιδεινωθούμενα επιδεινωθώμεν (λόγ.)
να επιδεινωθείτενα επιδεινωθήτε (λόγ.)
να επιδεινωθούν
να επιδεινωθούνε (προφ.)
να επιδεινωθούν (λόγ.)
sg.να έχω επιδεινωθείνα έχω επιδεινωθή (λόγ.)
να έχεις επιδεινωθείνα έχης επιδεινωθή (λόγ.)
να έχει επιδεινωθείνα έχη επιδεινωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε επιδεινωθείνα έχωμεν επιδεινωθή (λόγ.)
να έχετε επιδεινωθείνα έχετε επιδεινωθή (λόγ.)
να έχουν επιδεινωθείνα έχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.να είμαι επιδεινωμένος
να είσαι επιδεινωμένος
να είναι επιδεινωμένος
pl.να είμαστε επιδεινωμένοι
να είσαστε επιδεινωμένοι
να είναι επιδεινωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
επιδεινώνεστεεπιδεινώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
-
-
pl.-
επιδεινωθείτεεπιδεινωθήτε (λόγ.)
-
επιδεινωθεί επιδεινωθή (λόγ.)
sg.ο επιδεινούμενος
του επιδεινούμενουτου επιδεινουμένου (λόγ.)
τον επιδεινούμενοτον επιδεινούμενον (λόγ.)
επιδεινούμενε
pl.οι επιδεινούμενοι
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τους επιδεινούμενουςτους επιδεινουμένους (λόγ.)
επιδεινούμενοι
sg.η επιδεινούμενηη επιδεινουμένη (λόγ.)
της επιδεινούμενηςτης επιδεινουμένης (λόγ.)
την επιδεινούμενητην επιδεινουμένη (λόγ.)
την επιδεινουμένην (λογιότ.)
επιδεινούμενη επιδεινουμένη (λόγ.)
pl.οι επιδεινούμενεςαι επιδεινούμεναι (λόγ.)
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τις επιδεινούμενεςτας επιδεινουμένας (λόγ.)
επιδεινούμενες επιδεινούμεναι (λόγ.)
sg.το επιδεινούμενοτο επιδεινούμενον (λόγ.)
του επιδεινούμενουτου επιδεινουμένου (λόγ.)
το επιδεινούμενοτο επιδεινούμενον (λόγ.)
επιδεινούμενο επιδεινούμενον (λόγ.)
pl.τα επιδεινούμενα
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τα επιδεινούμενα
επιδεινούμενα
sg.ο επιδεινωθείς
του επιδεινωθέντος
τον επιδεινωθέντα
επιδεινωθείς
pl.οι επιδεινωθέντες
των επιδεινωθέντων
τους επιδεινωθέντεςτους επιδεινωθέντας (λόγ.)
επιδεινωθέντες
sg.η επιδεινωθείσα
της επιδεινωθείσας
της επιδεινωθείσης (κ. λόγ.)
την επιδεινωθείσατην επιδεινωθείσαν (λόγ.)
επιδεινωθείσα
pl.οι επιδεινωθείσεςαι επιδεινωθείσαι (λόγ.)
των επιδεινωθεισών
τις επιδεινωθείσεςτας επιδεινωθείσας (λόγ.)
επιδεινωθείσες επιδεινωθείσαι (λόγ.)
sg.το επιδεινωθέν
του επιδεινωθέντος
το επιδεινωθέν
επιδεινωθέν
pl.τα επιδεινωθέντα
των επιδεινωθέντων
τα επιδεινωθέντα
επιδεινωθέντα
sg.ο επιδεινωμένος
του επιδεινωμένου
τον επιδεινωμένο
επιδεινωμένε
pl.οι επιδεινωμένοι
των επιδεινωμένων
τους επιδεινωμένους
επιδεινωμένοι
sg.η επιδεινωμένη
της επιδεινωμένης
την επιδεινωμένη
επιδεινωμένη
pl.οι επιδεινωμένες
των επιδεινωμένων
τις επιδεινωμένες
επιδεινωμένες
sg.το επιδεινωμένο
του επιδεινωμένου
το επιδεινωμένο
επιδεινωμένο
pl.τα επιδεινωμένα
των επιδεινωμένων
τα επιδεινωμένα
επιδεινωμένα



3. επιδεινωμένος

sg.επιδεινώνω
επιδεινώνεις
επιδεινώνει
pl.επιδεινώνομε / επιδεινώνουμεεπιδεινώνομεν (λόγ.)
επιδεινώνετε
επιδεινώνουν
επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.επιδείνωναεπεδείνωνον (λόγ.)
επιδείνωνεςεπεδείνωνες (λόγ.)
επιδείνωνεεπεδείνωνε (λόγ.)
pl.επιδεινώναμεεπεδεινώνομεν (λόγ.)
επιδεινώνατεεπεδεινώνετε (λόγ.)
επιδείνωναν
επιδεινώναν / επιδεινώνανε (προφ.)
επεδείνωνον (λόγ.)
sg.επιδείνωσαεπεδείνωσα (λόγ.)
επιδείνωσεςεπεδείνωσας (λόγ.)
επιδείνωσεεπεδείνωσε (λόγ.)
pl.επιδεινώσαμεεπεδεινώσαμεν (λόγ.)
επιδεινώσατεεπεδεινώσατε (λόγ.)
επιδείνωσαν
επιδεινώσαν / επιδεινώσανε (προφ.)
επεδείνωσαν (λόγ.)
sg.έχω επιδεινώσει
έχεις επιδεινώσει
έχει επιδεινώσει
pl.έχουμε επιδεινώσει
έχετε επιδεινώσει
έχουν επιδεινώσει
sg.είχα επιδεινώσει
είχες επιδεινώσει
είχε επιδεινώσει
pl.είχαμε επιδεινώσει
είχατε επιδεινώσει
είχαν επιδεινώσει
sg.θα έχω επιδεινώσει
θα έχεις επιδεινώσει
θα έχει επιδεινώσει
pl.θα έχουμε επιδεινώσει
θα έχετε επιδεινώσει
θα έχουν επιδεινώσει
sg.θα επιδεινώνω
θα επιδεινώνειςθα επιδεινώνης (λόγ.)
θα επιδεινώνειθα επιδεινώνη (λόγ.)
pl.θα επιδεινώνομε / θα επιδεινώνουμεθα επιδεινώνωμεν (λόγ.)
θα επιδεινώνετε
θα επιδεινώνουν
θα επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.θα επιδεινώσω
θα επιδεινώσειςθα επιδεινώσης (λόγ.)
θα επιδεινώσειθα επιδεινώση (λόγ.)
pl.θα επιδεινώσομε / θα επιδεινώσουμεθα επιδεινώσωμεν (λόγ.)
θα επιδεινώσετε
θα επιδεινώσουν
θα επιδεινώσουνε (προφ.)
sg.να επιδεινώνω
να επιδεινώνειςνα επιδεινώνης (λόγ.)
να επιδεινώνεινα επιδεινώνη (λόγ.)
pl.να επιδεινώνομε / να επιδεινώνουμενα επιδεινώνωμεν (λόγ.)
να επιδεινώνετε
να επιδεινώνουν
να επιδεινώνουνε (προφ.)
sg.να επιδεινώσω
να επιδεινώσειςνα επιδεινώσης (λόγ.)
να επιδεινώσεινα επιδεινώση (λόγ.)
pl.να επιδεινώσομε / να επιδεινώσουμενα επιδεινώσωμεν (λόγ.)
να επιδεινώσετε
να επιδεινώσουν
να επιδεινώσουνε (προφ.)
sg.να έχω επιδεινώσει
να έχεις επιδεινώσει
να έχει επιδεινώσει
pl.να έχουμε επιδεινώσει
να έχετε επιδεινώσει
να έχουν επιδεινώσει
sg.-
επιδείνωνε
-
pl.-
επιδεινώνετε
-
sg.-
επιδείνωσε
-
pl.-
επιδεινώστεεπιδεινώσατε (λόγ.)
-
επιδεινώσει
επιδεινώνοντας
sg.ο επιδεινώνων
του επιδεινώνοντος
τον επιδεινώνοντα
επιδεινώνων
pl.οι επιδεινώνοντες
των επιδεινωνόντων
τους επιδεινώνοντεςτους επιδεινώνοντας (λόγ.)
επιδεινώνοντες
sg.η επιδεινώνουσα
της επιδεινώνουσας
της επιδεινωνούσης (κ. λόγ.)
την επιδεινώνουσατην επιδεινώνουσαν (λόγ.)
επιδεινώνουσα
pl.οι επιδεινώνουσεςαι επιδεινώνουσαι (λόγ.)
των επιδεινωνουσών
τις επιδεινώνουσεςτας επιδεινωνούσας (λόγ.)
επιδεινώνουσες επιδεινώνουσαι (λόγ.)
sg.το επιδεινώνον
του επιδεινώνοντος
το επιδεινώνον
επιδεινώνον
pl.τα επιδεινώνοντα
των επιδεινωνόντων
τα επιδεινώνοντα
επιδεινώνοντα
sg.ο επιδεινώσας
του επιδεινώσαντος
τον επιδεινώσαντα
επιδεινώσας
pl.οι επιδεινώσαντες
των επιδεινωσάντων
τους επιδεινώσαντεςτους επιδεινώσαντας (λόγ.)
επιδεινώσαντες
sg.η επιδεινώσασα
της επιδεινώσασας
της επιδεινωσάσης (κ. λόγ.)
την επιδεινώσασατην επιδεινώσασαν (λόγ.)
επιδεινώσασα
pl.οι επιδεινώσασεςαι επιδεινώσασαι (λόγ.)
των επιδεινωσασών
τις επιδεινώσασεςτας επιδεινωσάσας (λόγ.)
επιδεινώσασες επιδεινώσασαι (λόγ.)
sg.το επιδεινώσαν
του επιδεινώσαντος
το επιδεινώσαν
επιδεινώσαν
pl.τα επιδεινώσαντα
των επιδεινωσάντων
τα επιδεινώσαντα
επιδεινώσαντα
sg.επιδεινώνομαι
επιδεινώνεσαι
επιδεινούται / επιδεινώνεται
pl.επιδεινωνόμαστεεπιδεινωνόμεθα (λόγ.)
επιδεινώνεστεεπιδεινώνεσθε (λόγ.)
επιδεινώνονται
sg.επιδεινωνόμουνεπεδεινωνόμην (λόγ.)
επιδεινωνόσουνεπεδεινώνεσο (λόγ.)
επιδεινωνόταν
επιδεινώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώνετο (λόγ.)
pl.επιδεινωνόμαστεεπεδεινωνόμεθα (λόγ.)
επιδεινωνόσαστεεπεδεινώνεσθε (λόγ.)
επιδεινώνονταν
επιδεινώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώνοντο (λόγ.)
sg.επιδεινώθηκαεπεδεινώθην (λόγ.)
επιδεινώθηκεςεπεδεινώθης (λόγ.)
επιδεινώθηκε
επιδεινώθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επεδεινώθη (λόγ.)
pl.επιδεινωθήκαμεεπεδεινώθημεν (λόγ.)
επιδεινωθήκατεεπεδεινώθητε (λόγ.)
επιδεινώθηκαν
επιδεινώθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
επιδεινωθήκαν / επιδεινωθήκανε (προφ.)
επεδεινώθησαν (λόγ.)
sg.έχω επιδεινωθείέχω επιδεινωθή (λόγ.)
έχεις επιδεινωθείέχεις επιδεινωθή (λόγ.)
έχει επιδεινωθείέχει επιδεινωθή (λόγ.)
pl.έχουμε επιδεινωθείέχουμε επιδεινωθή (λόγ.)
έχετε επιδεινωθείέχετε επιδεινωθή (λόγ.)
έχουν επιδεινωθείέχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.είμαι επιδεινωμένος
είσαι επιδεινωμένος
είναι επιδεινωμένος
pl.είμαστε επιδεινωμένοι
είσαστε επιδεινωμένοι
είναι επιδεινωμένοι
sg.είχα επιδεινωθείείχα επιδεινωθή (λόγ.)
είχες επιδεινωθείείχες επιδεινωθή (λόγ.)
είχε επιδεινωθείείχε επιδεινωθή (λόγ.)
pl.είχαμε επιδεινωθείείχαμε επιδεινωθή (λόγ.)
είχατε επιδεινωθείείχατε επιδεινωθή (λόγ.)
είχαν επιδεινωθείείχαν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.ήμουν επιδεινωμένος
ήσουν επιδεινωμένος
ήταν επιδεινωμένος
pl.ήμασταν επιδεινωμένοι
ήσασταν επιδεινωμένοι
ήταν επιδεινωμένοι
sg.θα έχω επιδεινωθείθα έχω επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχεις επιδεινωθείθα έχης επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχει επιδεινωθείθα έχη επιδεινωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε επιδεινωθείθα έχωμεν επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχετε επιδεινωθείθα έχετε επιδεινωθή (λόγ.)
θα έχουν επιδεινωθείθα έχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι επιδεινωμένος
θα είσαι επιδεινωμένος
θα είναι επιδεινωμένος
pl.θα είμαστε επιδεινωμένοι
θα είσαστε επιδεινωμένοι
θα είναι επιδεινωμένοι
sg.θα επιδεινώνομαιθα επιδεινώνωμαι (λόγ.)
θα επιδεινώνεσαι
θα επιδεινώνεται
pl.θα επιδεινωνόμαστεθα επιδεινωνώμεθα (λόγ.)
θα επιδεινώνεστεθα επιδεινώνεσθε (λόγ.)
θα επιδεινώνονταιθα επιδεινώνωνται (λόγ.)
sg.θα επιδεινωθώθα επιδεινωθώ (λόγ.)
θα επιδεινωθείςθα επιδεινωθής (λόγ.)
θα επιδεινωθείθα επιδεινωθή (λόγ.)
pl.θα επιδεινωθούμεθα επιδεινωθώμεν (λόγ.)
θα επιδεινωθείτεθα επιδεινωθήτε (λόγ.)
θα επιδεινωθούν
θα επιδεινωθούνε (προφ.)
θα επιδεινωθούν (λόγ.)
sg.να επιδεινώνομαινα επιδεινώνωμαι (λόγ.)
να επιδεινώνεσαι
να επιδεινώνεται
pl.να επιδεινωνόμαστενα επιδεινωνώμεθα (λόγ.)
να επιδεινώνεστενα επιδεινώνεσθε (λόγ.)
να επιδεινώνονταινα επιδεινώνωνται (λόγ.)
sg.να επιδεινωθώνα επιδεινωθώ (λόγ.)
να επιδεινωθείςνα επιδεινωθής (λόγ.)
να επιδεινωθείνα επιδεινωθή (λόγ.)
pl.να επιδεινωθούμενα επιδεινωθώμεν (λόγ.)
να επιδεινωθείτενα επιδεινωθήτε (λόγ.)
να επιδεινωθούν
να επιδεινωθούνε (προφ.)
να επιδεινωθούν (λόγ.)
sg.να έχω επιδεινωθείνα έχω επιδεινωθή (λόγ.)
να έχεις επιδεινωθείνα έχης επιδεινωθή (λόγ.)
να έχει επιδεινωθείνα έχη επιδεινωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε επιδεινωθείνα έχωμεν επιδεινωθή (λόγ.)
να έχετε επιδεινωθείνα έχετε επιδεινωθή (λόγ.)
να έχουν επιδεινωθείνα έχουν επιδεινωθή (λόγ.)
sg.να είμαι επιδεινωμένος
να είσαι επιδεινωμένος
να είναι επιδεινωμένος
pl.να είμαστε επιδεινωμένοι
να είσαστε επιδεινωμένοι
να είναι επιδεινωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
επιδεινώνεστεεπιδεινώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
-
-
pl.-
επιδεινωθείτεεπιδεινωθήτε (λόγ.)
-
επιδεινωθεί επιδεινωθή (λόγ.)
sg.ο επιδεινούμενος
του επιδεινούμενουτου επιδεινουμένου (λόγ.)
τον επιδεινούμενοτον επιδεινούμενον (λόγ.)
επιδεινούμενε
pl.οι επιδεινούμενοι
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τους επιδεινούμενουςτους επιδεινουμένους (λόγ.)
επιδεινούμενοι
sg.η επιδεινούμενηη επιδεινουμένη (λόγ.)
της επιδεινούμενηςτης επιδεινουμένης (λόγ.)
την επιδεινούμενητην επιδεινουμένη (λόγ.)
την επιδεινουμένην (λογιότ.)
επιδεινούμενη επιδεινουμένη (λόγ.)
pl.οι επιδεινούμενεςαι επιδεινούμεναι (λόγ.)
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τις επιδεινούμενεςτας επιδεινουμένας (λόγ.)
επιδεινούμενες επιδεινούμεναι (λόγ.)
sg.το επιδεινούμενοτο επιδεινούμενον (λόγ.)
του επιδεινούμενουτου επιδεινουμένου (λόγ.)
το επιδεινούμενοτο επιδεινούμενον (λόγ.)
επιδεινούμενο επιδεινούμενον (λόγ.)
pl.τα επιδεινούμενα
των επιδεινούμενωντων επιδεινουμένων (λόγ.)
τα επιδεινούμενα
επιδεινούμενα
sg.ο επιδεινωθείς
του επιδεινωθέντος
τον επιδεινωθέντα
επιδεινωθείς
pl.οι επιδεινωθέντες
των επιδεινωθέντων
τους επιδεινωθέντεςτους επιδεινωθέντας (λόγ.)
επιδεινωθέντες
sg.η επιδεινωθείσα
της επιδεινωθείσας
της επιδεινωθείσης (κ. λόγ.)
την επιδεινωθείσατην επιδεινωθείσαν (λόγ.)
επιδεινωθείσα
pl.οι επιδεινωθείσεςαι επιδεινωθείσαι (λόγ.)
των επιδεινωθεισών
τις επιδεινωθείσεςτας επιδεινωθείσας (λόγ.)
επιδεινωθείσες επιδεινωθείσαι (λόγ.)
sg.το επιδεινωθέν
του επιδεινωθέντος
το επιδεινωθέν
επιδεινωθέν
pl.τα επιδεινωθέντα
των επιδεινωθέντων
τα επιδεινωθέντα
επιδεινωθέντα
sg.ο επιδεινωμένος
του επιδεινωμένου
τον επιδεινωμένο
επιδεινωμένε
pl.οι επιδεινωμένοι
των επιδεινωμένων
τους επιδεινωμένους
επιδεινωμένοι
sg.η επιδεινωμένη
της επιδεινωμένης
την επιδεινωμένη
επιδεινωμένη
pl.οι επιδεινωμένες
των επιδεινωμένων
τις επιδεινωμένες
επιδεινωμένες
sg.το επιδεινωμένο
του επιδεινωμένου
το επιδεινωμένο
επιδεινωμένο
pl.τα επιδεινωμένα
των επιδεινωμένων
τα επιδεινωμένα
επιδεινωμένα




случайная выборка слов из базы

αγράμπελη νοσοκομείο αποκαμωμένος καμινάδα ψαλτήριο ταυτότητα βροχηδόν πεντάρα αιγωλιός φυσιολάτρης κράμα πεζούρα αποτραβώντας αφεντικίνα πόσο συγκινησιακά πρακτικογράφος τραχειοτομή χλωροφύλλη προχειρολόγημα κομουνίστρια ανεπιτυχώς ανάλλαχτος εκλεκτικότητα χιλιάρα λιβάνισμα γογγυσμός ηχοπέτασμα θαρθουέλα Αθηναίος βιώσιμος κελιώτης τρύπα τάχατες προσκοπισμός καμάρα Ελλαδίτης
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве