Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. επίγραμμα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίγραμμα επιγράμματα
γενική επιγράμματος επιγραμμάτων
αιτιατική επίγραμμα επιγράμματα
κλητική επίγραμμα επιγράμματα




2. επίγραμμα
noun.
sg.το επίγραμμα
του επιγράμματος
το επίγραμμα
επίγραμμα
pl.τα επιγράμματα
των επιγραμμάτων
τα επιγράμματα
επιγράμματα




случайная выборка слов из базы

τόμπολα ευγνωμοσύνη συνδεδεμένος λάδι συστέγασις ηγουμένισσα εκμετάλλευσις πελάτισσα αρχολίπαρος βυσσινής αφυπνισμένος ψυχεδελικός γραφείο ληξουριώτικος αγχόνη αναπλειστηριασμός κτηνώδης αρτοπώλισσα μάκια τετρατομικότητα αθεϊσμός μηχανογράφηση αρχιτεκτόνισσα μάπας γλαγολιτικός σαυρίδι γεωγραφία μυριοστό μονοχρωμία σάτινα τσίγκος πρέκι ταβέρνα γκαφάλι αλιβάνιστος βλάχα φτέρη
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве