Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. εξευγενισμένος

sg.εξευγενίζω
εξευγενίζεις
εξευγενίζει
pl.εξευγενίζομε / εξευγενίζουμεεξευγενίζομεν (λόγ.)
εξευγενίζετε
εξευγενίζουν
εξευγενίζουνε (προφ.)
sg.εξευγένιζαεξηυγένιζον (λόγ.)
εξευγένιζεςεξηυγένιζες (λόγ.)
εξευγένιζεεξηυγένιζε (λόγ.)
pl.εξευγενίζαμεεξηυγενίζομεν (λόγ.)
εξευγενίζατεεξηυγενίζετε (λόγ.)
εξευγένιζαν
εξευγενίζαν / εξευγενίζανε (προφ.)
εξηυγένιζον (λόγ.)
sg.εξευγένισαεξηυγένισα (λόγ.)
εξευγένισεςεξηυγένισας (λόγ.)
εξευγένισεεξηυγένισε (λόγ.)
pl.εξευγενίσαμεεξηυγενίσαμεν (λόγ.)
εξευγενίσατεεξηυγενίσατε (λόγ.)
εξευγένισαν
εξευγενίσαν / εξευγενίσανε (προφ.)
εξηυγένισαν (λόγ.)
sg.έχω εξευγενίσει
έχεις εξευγενίσει
έχει εξευγενίσει
pl.έχουμε εξευγενίσει
έχετε εξευγενίσει
έχουν εξευγενίσει
sg.είχα εξευγενίσει
είχες εξευγενίσει
είχε εξευγενίσει
pl.είχαμε εξευγενίσει
είχατε εξευγενίσει
είχαν εξευγενίσει
sg.θα έχω εξευγενίσει
θα έχεις εξευγενίσει
θα έχει εξευγενίσει
pl.θα έχουμε εξευγενίσει
θα έχετε εξευγενίσει
θα έχουν εξευγενίσει
sg.θα εξευγενίζω
θα εξευγενίζειςθα εξευγενίζης (λόγ.)
θα εξευγενίζειθα εξευγενίζη (λόγ.)
pl.θα εξευγενίζομε / θα εξευγενίζουμεθα εξευγενίζωμεν (λόγ.)
θα εξευγενίζετε
θα εξευγενίζουν
θα εξευγενίζουνε (προφ.)
sg.θα εξευγενίσω
θα εξευγενίσειςθα εξευγενίσης (λόγ.)
θα εξευγενίσειθα εξευγενίση (λόγ.)
pl.θα εξευγενίσομε / θα εξευγενίσουμεθα εξευγενίσωμεν (λόγ.)
θα εξευγενίσετε
θα εξευγενίσουν
θα εξευγενίσουνε (προφ.)
sg.να εξευγενίζω
να εξευγενίζειςνα εξευγενίζης (λόγ.)
να εξευγενίζεινα εξευγενίζη (λόγ.)
pl.να εξευγενίζομε / να εξευγενίζουμενα εξευγενίζωμεν (λόγ.)
να εξευγενίζετε
να εξευγενίζουν
να εξευγενίζουνε (προφ.)
sg.να εξευγενίσω
να εξευγενίσειςνα εξευγενίσης (λόγ.)
να εξευγενίσεινα εξευγενίση (λόγ.)
pl.να εξευγενίσομε / να εξευγενίσουμενα εξευγενίσωμεν (λόγ.)
να εξευγενίσετε
να εξευγενίσουν
να εξευγενίσουνε (προφ.)
sg.να έχω εξευγενίσει
να έχεις εξευγενίσει
να έχει εξευγενίσει
pl.να έχουμε εξευγενίσει
να έχετε εξευγενίσει
να έχουν εξευγενίσει
sg.-
εξευγένιζε
-
pl.-
εξευγενίζετε
-
sg.-
εξευγένισε
-
pl.-
εξευγενίστεεξευγενίσατε (λόγ.)
-
εξευγενίσει
εξευγενίζοντας
sg.ο εξευγενίζων
του εξευγενίζοντος
τον εξευγενίζοντα
εξευγενίζων
pl.οι εξευγενίζοντες
των εξευγενιζόντων
τους εξευγενίζοντεςτους εξευγενίζοντας (λόγ.)
εξευγενίζοντες
sg.η εξευγενίζουσα
της εξευγενίζουσας
της εξευγενιζούσης (κ. λόγ.)
την εξευγενίζουσατην εξευγενίζουσαν (λόγ.)
εξευγενίζουσα
pl.οι εξευγενίζουσεςαι εξευγενίζουσαι (λόγ.)
των εξευγενιζουσών
τις εξευγενίζουσεςτας εξευγενιζούσας (λόγ.)
εξευγενίζουσες εξευγενίζουσαι (λόγ.)
sg.το εξευγενίζον
του εξευγενίζοντος
το εξευγενίζον
εξευγενίζον
pl.τα εξευγενίζοντα
των εξευγενιζόντων
τα εξευγενίζοντα
εξευγενίζοντα
sg.ο εξευγενίσας
του εξευγενίσαντος
τον εξευγενίσαντα
εξευγενίσας
pl.οι εξευγενίσαντες
των εξευγενισάντων
τους εξευγενίσαντεςτους εξευγενίσαντας (λόγ.)
εξευγενίσαντες
sg.η εξευγενίσασα
της εξευγενίσασας
της εξευγενισάσης (κ. λόγ.)
την εξευγενίσασατην εξευγενίσασαν (λόγ.)
εξευγενίσασα
pl.οι εξευγενίσασεςαι εξευγενίσασαι (λόγ.)
των εξευγενισασών
τις εξευγενίσασεςτας εξευγενισάσας (λόγ.)
εξευγενίσασες εξευγενίσασαι (λόγ.)
sg.το εξευγενίσαν
του εξευγενίσαντος
το εξευγενίσαν
εξευγενίσαν
pl.τα εξευγενίσαντα
των εξευγενισάντων
τα εξευγενίσαντα
εξευγενίσαντα
sg.εξευγενίζομαι
εξευγενίζεσαι
εξευγενίζεται
pl.εξευγενιζόμαστεεξευγενιζόμεθα (λόγ.)
εξευγενίζεστεεξευγενίζεσθε (λόγ.)
εξευγενίζονται
sg.εξευγενιζόμουνεξηυγενιζόμην (λόγ.)
εξευγενιζόσουνεξηυγενίζεσο (λόγ.)
εξευγενιζόταν
εξευγενίζετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εξηυγενίζετο (λόγ.)
pl.εξευγενιζόμαστεεξηυγενιζόμεθα (λόγ.)
εξευγενιζόσαστεεξηυγενίζεσθε (λόγ.)
εξευγενίζονταν
εξευγενίζοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εξηυγενίζοντο (λόγ.)
sg.εξευγενίστηκαεξηυγενίσθην (λόγ.)
εξευγενίσθηκα (λόγ. χαρακτ.)
εξευγενίστηκεςεξηυγενίσθης (λόγ.)
εξευγενίσθηκες (λόγ. χαρακτ.)
εξευγενίστηκε
εξευγενίσθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εξηυγενίσθη (λόγ.)
εξευγενίσθηκε (λόγ. χαρακτ.)
pl.εξευγενιστήκαμεεξηυγενίσθημεν (λόγ.)
εξευγενισθήκαμε (λόγ. χαρακτ.)
εξευγενιστήκατεεξηυγενίσθητε (λόγ.)
εξευγενισθήκατε (λόγ. χαρακτ.)
εξευγενίστηκαν
εξευγενίσθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εξευγενιστήκαν / εξευγενιστήκανε (προφ.)
εξηυγενίσθησαν (λόγ.)
εξευγενίσθηκαν (λόγ. χαρακτ.)
sg.έχω εξευγενιστείέχω εξευγενισθή (λόγ.)
έχω εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχεις εξευγενιστείέχεις εξευγενισθή (λόγ.)
έχεις εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχει εξευγενιστείέχει εξευγενισθή (λόγ.)
έχει εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.έχουμε εξευγενιστείέχουμε εξευγενισθή (λόγ.)
έχουμε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχετε εξευγενιστείέχετε εξευγενισθή (λόγ.)
έχετε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχουν εξευγενιστείέχουν εξευγενισθή (λόγ.)
έχουν εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.είμαι εξευγενισμένος
είσαι εξευγενισμένος
είναι εξευγενισμένος
pl.είμαστε εξευγενισμένοι
είσαστε εξευγενισμένοι
είναι εξευγενισμένοι
sg.είχα εξευγενιστείείχα εξευγενισθή (λόγ.)
είχα εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχες εξευγενιστείείχες εξευγενισθή (λόγ.)
είχες εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχε εξευγενιστείείχε εξευγενισθή (λόγ.)
είχε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.είχαμε εξευγενιστείείχαμε εξευγενισθή (λόγ.)
είχαμε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχατε εξευγενιστείείχατε εξευγενισθή (λόγ.)
είχατε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχαν εξευγενιστείείχαν εξευγενισθή (λόγ.)
είχαν εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.ήμουν εξευγενισμένος
ήσουν εξευγενισμένος
ήταν εξευγενισμένος
pl.ήμασταν εξευγενισμένοι
ήσασταν εξευγενισμένοι
ήταν εξευγενισμένοι
sg.θα έχω εξευγενιστείθα έχω εξευγενισθή (λόγ.)
θα έχω εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχεις εξευγενιστείθα έχης εξευγενισθή (λόγ.)
θα έχεις εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχει εξευγενιστείθα έχη εξευγενισθή (λόγ.)
θα έχει εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.θα έχουμε εξευγενιστείθα έχωμεν εξευγενισθή (λόγ.)
θα έχουμε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχετε εξευγενιστείθα έχετε εξευγενισθή (λόγ.)
θα έχετε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχουν εξευγενιστείθα έχουν εξευγενισθή (λόγ.)
θα έχουν εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.θα είμαι εξευγενισμένος
θα είσαι εξευγενισμένος
θα είναι εξευγενισμένος
pl.θα είμαστε εξευγενισμένοι
θα είσαστε εξευγενισμένοι
θα είναι εξευγενισμένοι
sg.θα εξευγενίζομαιθα εξευγενίζωμαι (λόγ.)
θα εξευγενίζεσαι
θα εξευγενίζεται
pl.θα εξευγενιζόμαστεθα εξευγενιζώμεθα (λόγ.)
θα εξευγενίζεστεθα εξευγενίζεσθε (λόγ.)
θα εξευγενίζονταιθα εξευγενίζωνται (λόγ.)
sg.θα εξευγενιστώθα εξευγενισθώ (λόγ.)
θα εξευγενισθώ (λόγ. χαρακτ.)
θα εξευγενιστείςθα εξευγενισθής (λόγ.)
θα εξευγενισθείς (λόγ. χαρακτ.)
θα εξευγενιστείθα εξευγενισθή (λόγ.)
θα εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.θα εξευγενιστούμεθα εξευγενισθώμεν (λόγ.)
θα εξευγενισθούμε (λόγ. χαρακτ.)
θα εξευγενιστείτεθα εξευγενισθήτε (λόγ.)
θα εξευγενισθείτε (λόγ. χαρακτ.)
θα εξευγενιστούν
θα εξευγενιστούνε (προφ.)
θα εξευγενισθούν (λόγ.)
θα εξευγενισθούν (λόγ. χαρακτ.)
sg.να εξευγενίζομαινα εξευγενίζωμαι (λόγ.)
να εξευγενίζεσαι
να εξευγενίζεται
pl.να εξευγενιζόμαστενα εξευγενιζώμεθα (λόγ.)
να εξευγενίζεστενα εξευγενίζεσθε (λόγ.)
να εξευγενίζονταινα εξευγενίζωνται (λόγ.)
sg.να εξευγενιστώνα εξευγενισθώ (λόγ.)
να εξευγενισθώ (λόγ. χαρακτ.)
να εξευγενιστείςνα εξευγενισθής (λόγ.)
να εξευγενισθείς (λόγ. χαρακτ.)
να εξευγενιστείνα εξευγενισθή (λόγ.)
να εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.να εξευγενιστούμενα εξευγενισθώμεν (λόγ.)
να εξευγενισθούμε (λόγ. χαρακτ.)
να εξευγενιστείτενα εξευγενισθήτε (λόγ.)
να εξευγενισθείτε (λόγ. χαρακτ.)
να εξευγενιστούν
να εξευγενιστούνε (προφ.)
να εξευγενισθούν (λόγ.)
να εξευγενισθούν (λόγ. χαρακτ.)
sg.να έχω εξευγενιστείνα έχω εξευγενισθή (λόγ.)
να έχω εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχεις εξευγενιστείνα έχης εξευγενισθή (λόγ.)
να έχεις εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχει εξευγενιστείνα έχη εξευγενισθή (λόγ.)
να έχει εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.να έχουμε εξευγενιστείνα έχωμεν εξευγενισθή (λόγ.)
να έχουμε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχετε εξευγενιστείνα έχετε εξευγενισθή (λόγ.)
να έχετε εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχουν εξευγενιστείνα έχουν εξευγενισθή (λόγ.)
να έχουν εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.να είμαι εξευγενισμένος
να είσαι εξευγενισμένος
να είναι εξευγενισμένος
pl.να είμαστε εξευγενισμένοι
να είσαστε εξευγενισμένοι
να είναι εξευγενισμένοι
sg.-
-
-
pl.-
εξευγενίζεστεεξευγενίζεσθε (λόγ.)
-
sg.-
εξευγενίσου
-
pl.-
εξευγενιστείτεεξευγενισθήτε (λόγ.)
εξευγενισθείτε (λόγ. χαρακτ.)
-
εξευγενιστεί εξευγενισθή (λόγ.)
εξευγενισθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.ο εξευγενιζόμενος
του εξευγενιζόμενουτου εξευγενιζομένου (λόγ.)
τον εξευγενιζόμενοτον εξευγενιζόμενον (λόγ.)
εξευγενιζόμενε
pl.οι εξευγενιζόμενοι
των εξευγενιζόμενωντων εξευγενιζομένων (λόγ.)
τους εξευγενιζόμενουςτους εξευγενιζομένους (λόγ.)
εξευγενιζόμενοι
sg.η εξευγενιζόμενηη εξευγενιζομένη (λόγ.)
της εξευγενιζόμενηςτης εξευγενιζομένης (λόγ.)
την εξευγενιζόμενητην εξευγενιζομένη (λόγ.)
την εξευγενιζομένην (λογιότ.)
εξευγενιζόμενη εξευγενιζομένη (λόγ.)
pl.οι εξευγενιζόμενεςαι εξευγενιζόμεναι (λόγ.)
των εξευγενιζόμενωντων εξευγενιζομένων (λόγ.)
τις εξευγενιζόμενεςτας εξευγενιζομένας (λόγ.)
εξευγενιζόμενες εξευγενιζόμεναι (λόγ.)
sg.το εξευγενιζόμενοτο εξευγενιζόμενον (λόγ.)
του εξευγενιζόμενουτου εξευγενιζομένου (λόγ.)
το εξευγενιζόμενοτο εξευγενιζόμενον (λόγ.)
εξευγενιζόμενο εξευγενιζόμενον (λόγ.)
pl.τα εξευγενιζόμενα
των εξευγενιζόμενωντων εξευγενιζομένων (λόγ.)
τα εξευγενιζόμενα
εξευγενιζόμενα
sg.ο εξευγενισθείς
του εξευγενισθέντος
τον εξευγενισθέντα
εξευγενισθείς
pl.οι εξευγενισθέντες
των εξευγενισθέντων
τους εξευγενισθέντεςτους εξευγενισθέντας (λόγ.)
εξευγενισθέντες
sg.η εξευγενισθείσα
της εξευγενισθείσας
της εξευγενισθείσης (κ. λόγ.)
την εξευγενισθείσατην εξευγενισθείσαν (λόγ.)
εξευγενισθείσα
pl.οι εξευγενισθείσεςαι εξευγενισθείσαι (λόγ.)
των εξευγενισθεισών
τις εξευγενισθείσεςτας εξευγενισθείσας (λόγ.)
εξευγενισθείσες εξευγενισθείσαι (λόγ.)
sg.το εξευγενισθέν
του εξευγενισθέντος
το εξευγενισθέν
εξευγενισθέν
pl.τα εξευγενισθέντα
των εξευγενισθέντων
τα εξευγενισθέντα
εξευγενισθέντα
sg.ο εξευγενισμένος
του εξευγενισμένου
τον εξευγενισμένο
εξευγενισμένε
pl.οι εξευγενισμένοι
των εξευγενισμένων
τους εξευγενισμένους
εξευγενισμένοι
sg.η εξευγενισμένη
της εξευγενισμένης
την εξευγενισμένη
εξευγενισμένη
pl.οι εξευγενισμένες
των εξευγενισμένων
τις εξευγενισμένες
εξευγενισμένες
sg.το εξευγενισμένο
του εξευγενισμένου
το εξευγενισμένο
εξευγενισμένο
pl.τα εξευγενισμένα
των εξευγενισμένων
τα εξευγενισμένα
εξευγενισμένα




случайная выборка слов из базы

εκλιπάρηση υποβολέας κλητική διαχρονία κατώφλι αντιδιαδήλωσις σερβοκροατικά παλινόρθωσις μεζεκλίκι Αγιονορείτης παράμαλλο αρτηριοσκλήρυνση διακύμανση ανταγωνιστικότητα αποσφράγιση γλαροπούλι σημάδι βασιλόπουλο οροπέδιο νυχοκόπτης αρτηρίτιδα καφασωτός καροτής πολυβόλον κρικέλι βιβλιοχαρτοπωλείο κατέναντι ό,τι ατομισμός αφοριστικά παγοδρόμιο αλαργινά δοσμένος σιδερώτρια εργατολόγος σκότα χειροκροτητής
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве