Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. εντολοδότης

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εντολοδότης εντολοδότες
γενική εντολοδότη εντολοδοτών
αιτιατική εντολοδότη εντολοδότες
κλητική εντολοδότη εντολοδότες




2. εντολοδότης
noun.
sg.ο εντολοδότης
του εντολοδότητου εντολοδότου (λόγ.)
τον εντολοδότητον εντολοδότην (λόγ.)
εντολοδότη
pl.οι εντολοδότεςοι εντολοδόται (λόγ.)
των εντολοδοτών
τους εντολοδότεςτους εντολοδότας (λόγ.)
εντολοδότες εντολοδόται (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

δείλιασμα αλφάβητος αμμοθύελλα αρχειοφυλακείο βαγιόκλαρο εφταετία ξεζεμένος φουτουριστικά επίκυψη κουρτελάτσα τερεβινθέλαιο χαρτομάζα βυθομέτρηση ανακάτωμα οφθαλμολογία πύελος πραγματισμός αγυιόπαις κοσμημένος τες απουσιολόγος ευρωπαΐστρια οικειοθελής απόγευμα ισχαιμία δοσολογία κλαδεμένος καφετερία βορδοναριό σατινένιος αυτονομία σκουπιδοτενεκές συμπεθέρα ψαγμένος ευπείθεια αμφίλογος διαμίνη
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве