Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ενοχοποιητικός
adj.

Το επίθετο ενοχοποιητικός
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικού
ενοχοποιητικό/ενοχοποιητικόν
ενοχοποιητικέ
ενοχοποιητικοί
ενοχοποιητικών
ενοχοποιητικούς
ενοχοποιητικοί
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
ενοχοποιητική
ενοχοποιητικής
ενοχοποιητική/ενοχοποιητικήν
ενοχοποιητική
ενοχοποιητικές/ενοχοποιητικαί
ενοχοποιητικών
ενοχοποιητικές/ενοχοποιητικάς
ενοχοποιητικές/ενοχοποιητικαί
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
ενοχοποιητικό/ενοχοποιητικόν
ενοχοποιητικού
ενοχοποιητικό/ενοχοποιητικόν
ενοχοποιητικό/ενοχοποιητικόν
ενοχοποιητικά
ενοχοποιητικών
ενοχοποιητικά
ενοχοποιητικά
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

αδυνατιστικός αγέμιστος πρυμάτσα Σκύλλα αμφιλεγόμενος σχάση βορικό διατιμώ κατιονικός αμύθητος αρμολόγησις αγγελοκαμωμένος παιδεύω επιβλαβής σόουμαν σύνθεμα προστάτισσα βρικολάκιασμα εφημερίδα ακούραστος λαμπικάρισμα ημερολογιακός εγκύπτω μοιρολογίστρα αλματώδης κουρά υδροφόρος εστιακός βυζαίνω έβενος ουράνιος ευδαιμονώ αντικατάσταση νοίκι ημερώνω βασικά σουρντίνα