Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ελονοσία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελονοσία ελονοσίες
γενική ελονοσίας ελονοσιών
αιτιατική ελονοσία ελονοσίες
κλητική ελονοσία ελονοσίες




2. ελονοσία
noun.
sg.η ελονοσία
της ελονοσίας
την ελονοσίατην ελονοσίαν (λόγ.)
ελονοσία
pl.οι ελονοσίεςαι ελονοσίαι (λόγ.)
των ελονοσιών
τις ελονοσίεςτας ελονοσίας (λόγ.)
ελονοσίες ελονοσίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ονειρομαντεία βένθος χύτης ούτε κακότης κατιτίς άγδυτος αποσταγμένος χαμούρα αποκλήρωση υποσταθμός θεοσέβεια δουρβάνι μοιρογνωμόνιο σουλιώτικος μαγνητοταινία Θρόνοι ολυμπιακάκιας κλάκα ενωμοτία πρακτικώς μελισσουργείον κούμπωμα αναστοχασμός προτείνοντας ολονυκτία φούρια πεισμωμένος μονογραφημένος έμβασμα κομπρέσα αναμορφώτρια αραπάκι πρόσδεσις Πομόνα βεντετισμός κρυφομίλημα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве