Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ελεήτρια

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελεήτρια ελεήτριες
γενική ελεήτριας ελεητριών
αιτιατική ελεήτρια ελεήτριες
κλητική ελεήτρια ελεήτριες





случайная выборка слов из базы

νεκροσυλία λεβιέ δωδεκατημόριο διαγούμισμα τραύμα λιρέτα φτωχά υπογλυκαιμία σύρμα ένεκεν πουτσαράς οχυρό τρούλος μπαρούτι γυμνοσάλιαγκας πρεζάκιας μπαμπόγερος καπνοθάλαμος κομμάτιασμα στερεοσκόπιο πουτανιά σπουδαιότητα πεντηκονταετής ωστόσο τοιχοδομία σπουδή πεφωτισμένος προκοίλι διβοράνιο κατασπατάληση αυθόρμητα χειράμαξα οινώδης βάρδος αποσιώπησις χάρακας αντικείμενο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве