Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ελεήτρια

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελεήτρια ελεήτριες
γενική ελεήτριας ελεητριών
αιτιατική ελεήτρια ελεήτριες
κλητική ελεήτρια ελεήτριες





случайная выборка слов из базы

διάφραγμα άστοχα Ίρις βολά τυμπανιστής γκρανκάσα γηροκομείο σορός μπούλης ακροβούνι εκνευρισμός μεγαλουσιάνος παπάρα σορός γλείφτης μονωδία παγκρεατίτιδα αγρονομικός συνδιδασκαλία αμυγδαλίτιδα διαολιά βυτίο καλοκαιριάτικα ορθοφροσύνη τζούρα σπονδυλωτά πεφωτισμένος δίμηνο αλάβαστρος βαρύς χεζάς δερματεμπορία μαλαφράντζα λαϊκότητα βερνικωμένος Αικατερίνη πανσές
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве