Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. εκκρεμότητα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκκρεμότητα εκκρεμότητες
γενική εκκρεμότητας εκκρεμοτήτων
αιτιατική εκκρεμότητα εκκρεμότητες
κλητική εκκρεμότητα εκκρεμότητες




2. εκκρεμότης
noun.
sg.η εκκρεμότηταη εκκρεμότης (λόγ.)
της εκκρεμότηταςτης εκκρεμότητος (λόγ.)
την εκκρεμότητα
εκκρεμότητα εκκρεμότης (λόγ.)
pl.οι εκκρεμότητες
των εκκρεμοτήτων
τις εκκρεμότητεςτας εκκρεμότητας (λόγ.)
εκκρεμότητες



3. εκκρεμότητα
noun.
sg.η εκκρεμότηταη εκκρεμότης (λόγ.)
της εκκρεμότηταςτης εκκρεμότητος (λόγ.)
την εκκρεμότητα
εκκρεμότητα εκκρεμότης (λόγ.)
pl.οι εκκρεμότητες
των εκκρεμοτήτων
τις εκκρεμότητεςτας εκκρεμότητας (λόγ.)
εκκρεμότητες




случайная выборка слов из базы

γρόνθος καρεκλάδικο υπογλυκαιμία στένεμα φραντζόλα αρρωστημένο επωμίδα μακροβιότητα ενωμοτία βαμβακόσχοινο Στρυμόνας ανακατωσούρα πουτίγκα ταχυβόλο Δημητρός τουμπάρισμα τρομοκρατία γραμματοκιβώτιον ξάφνιασμα πυρίτιο ευλυγισία ραδιοναυτιλία κούρσα φρικίαση ψευταράς κύρτωση ποντοπορία σιρόπιασμα λεπταισθησία σπιρόμετρο μαλγασικά φκιασίδι αδηφαγία διαιρετέος εξιστορώντας σταυραδερφός φυσικό
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве