Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. εισδοχή

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισδοχή εισδοχές
γενική εισδοχής εισδοχών
αιτιατική εισδοχή εισδοχές
κλητική εισδοχή εισδοχές




2. εισδοχή
noun.
sg.η εισδοχή
της εισδοχής
την εισδοχήτην εισδοχήν (λόγ.)
εισδοχή
pl.οι εισδοχέςαι εισδοχαί (λόγ.)
των εισδοχών
τις εισδοχέςτας εισδοχάς (λόγ.)
εισδοχές εισδοχαί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

φωτοσκίαση πιστώτρια αμισθί οικονομία μπιζέλι σκράπας δίψα λεξικογραφία αποτσίγαρο προαφαίρεση σαΐνης παρντόν ωρυόμενος τρόμπα επίστεγος εξάρα βραχνάδα επικύρωσις συγχωνευμένος ποντικομαμή ακατάσβεστος συνταραγμένος βερβερίτσα αρμοδιότης ασπασμός παρακοή ξόδεμα εξουσιαστής ιστόρηση αρχιεπισκοπή σύνοικος νεροπότηρο σκαρπίνι ακατάγγελτος φρακτή σφαγάρι απομαγνητοφώνηση
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве